Σελίδες

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

 

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Τὰ νησιὰ τῆς Ἑλλάδας! ὦ νησιὰ βλογημένα,

ποὺ μὲ ἀγάπη καὶ φλόγα μιὰ Σαπφῶ τραγουδοῦσε,

 ποὺ πολέμων κι εἰρήνης δῶρα ἀνθίζαν σπαρμένα

ποὺ τὸ φέγγος του ὁ Φοῖβος ἀπ’ τὴ Δῆλο σκορποῦσε!

Ἄχ, ἀτέλειωτος ἥλιος σᾶς χρυσώνει ὡς τὰ τώρα,

μὰ βασίλεψαν ὅλα, ὅλα τ’ ἄλλα σας δῶρα!

 

Καὶ τῆς Χίος τὴ Μοῦσα καὶ τῆς Τέως τὴ Λύρα,

ἀντρειοσύνης κι ἀγάπης δοξαρίσματα πρῶτα,

σὲ ἄλλους τόπους γιὰ φήμη τὰ μετάφερε ἡ Μοίρα,

γιατὶ ἡ μαύρη τους μάνα μήτε ἂ ζοῦνε δὲ ρώτα!

Κι ἀντιλάλησαν ξάφνω παραπέρα στὴ Δύση,

ἀπ’ ἐκεῖ ποὺ ἀνθίζαν τῶν «Μακάρων αἱ νῆσοι ».

 

Τὰ βουνὰ τὸ μεγάλο Μαραθώνα θωρᾶνε

 κι ἡ ἀθάνατη βλέπει τὰ πελάγη κοιλάδα.

 Ἐδῶ πέρα μονάχος συλλογιόμουν πὼς νάναι

θὰ μποροῦσε καὶ πάλι μιὰ ἐλεύθερη Ἑλλάδα!

Γιατὶ πῶς νὰ κοιτάζω τὸ Περσάνικο μνῆμα

καὶ νὰ λέγω πὼς εἶμαι τῆς σκλαβιᾶς κι ἐγὼ θύμα!

 

Στὸν γκρεμνὸ ποὺ ἀντικρίζει τὴ μικρὴ Σαλαμίνα,

 μιὰ φορὰ βασιλέας θρονιαζότανε. Κάτου,

 δίχως τέλος καράβια, μὲ τ’ ἀμέτρητα ἐκεῖνα

 μαζευόντανε πλήθη. ῏Ηταν ὅλα δικά του.

 Τὴν αὐγὴ μὲ καμάρι τὰ μετροῦσε ἐκεῖ πέρα,

μὰ τί γίνηκαν ὅλα σὰν ἑβράδιασε ἡ μέρα!

 

Ποῦ εἶν’ ἐκεῖνα! Ποῦ εἶναι, ὦ Πατρίδα καημένη!

Κάθε λόγγος σου τώρα κι ἀκρογιάλι ἐβωβάθη!

Τῶν παλιῶν τῶν ἡρώων ἕνας μύθος δὲ μένει,

 τῆς μεγάλης καρδιᾶς τους κάθε χτύπος ἐχάθη.

 Καὶ τὴ λύρα σου ἀκόμα τὴν ἀφῆκες, ὠιμένα!

ἀπ’ τοὺς θείους σου ψάλτες νὰ ξεπέση σὲ μένα!

 

Μὲς στὸν ἄδοξο δρόμο, ποὺ μιὰ τύχη μὲ σέρνει

μὲ φυλὴ ποὺ σηκώνει τῆς σκλαβιᾶς ἀλυσίδα,

κάποιο βάλσαμο κρύφιο στὸ τραγούδι μου φέρνει

ἡ ντροπή, ποὺ μὲ πιάνει γιὰ μιὰ τέτοια πατρίδα!

 Καὶ τί νάχη ἐδῶ ἄλλο ποιητής, παρὰ μόνο

γιὰ τοὺς ῞Ελληνες πίκρα, γιὰ τὴ χώρα τους πόνο!

 

Πρέπει τάχα νὰ κλαῖμε μεγαλεῖα χαμένα

 καὶ ντροπὴ νὰ μᾶς βάφη, ἀντὶς αἷμα σὰν πρῶτα;

Βγάλε, ὦ γῆς δοξασμένη, ἀπ’ τὰ σπλάχνα σου ἕνα

ἱερὸ ἀπομεινάρι τῶν παιδιῶν τοῦ Εὐρώτα!

Ἀπ’ ἐκειούς, τοὺς Τρακόσους, τρεῖς ἂς ἔρθουνε, φτάνουν

ἄλλη μιὰ Θερμοπύλα στὰ βουνά σου νὰ κάνουν.

 

Πῶς! Ἀκόμα σωπαίνουν; Πῶς! Ἀκόμα συχάζουν;

 ῎Οχι, ὄχι! Ἀκούγω τὶς ψυχὲς ἀπ’ τὸν Ἅδη,

σὰν ποτάμι ποὺ τρέχει μακρινά, νὰ φωνάζουν:

« Ἕνας μόνο ἂς σαλέψη ζωντανὸς καὶ κοπάδι

ἀπ’ τὴ γῆς ἀποκάτου λεβεντιὰ ξεκινοῦμε,

εἶναι αὐτοὶ ποὺ κοιμοῦνται˙ ἐμεῖς ἀκόμα σ’ ἀκοῦμε!»

 

Ἄχ, τοῦ κάκου, τοῦ κάκου! Ἄλλες λύρες στὰ χέρια!

Μὲ σαμιώτικο τώρα τὸ ποτήρι ἂς γεμίση.

Ἄφηνε αἷμα καὶ μάχες γιὰ τὰ τούρκικα ἀσκέρια,

 καὶ καθένας τὸ αἷμα τοῦ ἀμπελιοῦ του ἂς μᾶς χύση!

Δές τους! ῞Ολοι ξυπνᾶνε καὶ πετοῦν ὡς ἀπάνω,

 τοῦ μικρόψυχου Βάκχου τὸ ἐγκώμιο σὰν κάνω!

 

 Τὸν Πυρρίχιο χορό σας ὡς τὰ τώρα βαστᾶτε,

ἡ Πυρρίχια ἡ « φάλαγξ » ποῦ νὰ πῆγε, καημένοι!

 Ἀπὸ δυὸ τέτοια δῶρα, πῶς ἐκεῖνο ξεχνᾶτε,

ποὺ ψυχὲς ἀντρειώνει καὶ καρδιὲς ἀνασταίνει!

Καὶ τὰ γράμματα ἀκόμα ἑνὸς Κάδμου κρατεῖτε·

τάχα νάταν γιὰ σκλάβους τὰ ψηφιά του θαρρεῖτε;

  

« Ἐκλεχτὲς σελίδες » Βύρων [Μετάφρ. Ἀργύρη Ἑφταλιώτη]

 

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

 

 

Μέρος Β΄

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος του ημερολογίου του[«Ημερολόγιο Κεφαλονιάς, 1823-1824» Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον, 19 Ιουνίου–7 Δεκεμβρίου  1823] με αποσπάσματα από την παραμονή στην Κεφαλονιά μετά την επιστροφή του από την Ιθάκη και πριν αναχωρήσει για Μεσολόγγι (μετάφραση:Τηλέμαχος Μπεριάτος).

Το ημερολόγιο Κεφαλονιάς (1823-24)

«…Μερικές μέρες μετά την επιστροφή μας άκουσα ότι υπήρχαν επιστολές για μένα στην Ζάκυνθο αλλά υπήρξε σημαντική καθυστέρηση πριν οι Έλληνες στους οποίους είχαν παραδοθεί τις προωθήσουν καταλλήλως, και ήμουν επί μακρόν υπόχρεος στον συνταγματάρχη Νάπιερ που τις ανέκτησε για μένα – τι προκάλεσε τον δισταγμό ή την καθυστέρηση δεν εξηγήθηκε ποτέ. Έμαθα από τις πηγές μου στην Αγγλία το αίτημα της επιτροπής ότι θα ενεργούσα ως εκπρόσωπος τους δίπλα στην Ελληνική Κυβέρνηση και θα αναλάμβανα την σωστή διάθεση και παράδοση ορισμένων προμηθειών κτλ. κτλ. που αναμένεται να φθάσουν με πλοίο που δεν έχει φτάσει ακόμη μέχρι σήμερα (18 Σεπτεμβρίου).

Η δυσκολία για την ανάκτηση των όπλων τους από την Επτανησιακή κυβέρνηση

Λίγο μετά την άφιξη μου, πήρα με δική μου αμοιβή ένα σώμα σαράντα Σουλιωτών υπό τους αρχηγούς Φωτομαρά, Τζαβέλα και Δράκο (Photomara, Giavella, Drako) και πιθανότατα θα είχα αυξήσει τον αριθμό τους αλλά δεν τους βρήκα αρκετά ενωμένους μεταξύ τους σε τίποτε άλλο παρά στην αύξηση των απαιτήσεων τους, αν και είχα δώσει ένα δολάριο ανά άτομο περισσότερο κάθε μήνα απ’ ότι θα μπορούσαν να λάβουν από την Ελληνική Κυβέρνηση και ήταν άποροι τη στιγμή που τους πήρα τα πάντα. Είχα επίσης δεχτεί την απαίτηση τους και τους πλήρωσα ένα μήνα προκαταβολικά. Όμως, πιεζόμενοι πιθανώς από τους εμπόρους που είχαν καταστήματα με τους οποίους συνήθιζαν να συναλλάσσονται με πίστωση, έκαναν διάφορες απόπειρες σε αυτό που μου φάνηκε εκβιασμός, έτσι τους κάλεσα όλους μαζί δηλώνοντας την άποψη μου για την υπόθεση – αρνούμενοι να το αντιμετωπίσουν με εμένα – αλλά τους πρόσφερα αμοιβή ενός μηνός ακόμη και το κόστος της μετάβασης τους στην Ακαρνανία (Acarnania), όπου μπορούσαν τώρα εύκολα να πάνε καθώς ο τουρκικός στόλος είχε φύγει και ο αποκλεισμός είχε αρθεί. Αυτό έγινε αποδεκτό από αυτούς και πήγαν. Προέκυψε κάποια δυσκολία για την ανάκτηση των όπλων τους από την Επτανησιακή κυβέρνηση αλλά αυτό κάποια στιγμή επιλύθηκε και τώρα είναι με τους συμπατριώτες τους στην Αιτωλία (Etolia) ή την Ακαρνανία.

Η μεταφορά των Μοραϊτών στην Κεφαλονιά

Επίσης μετέφερα στον διοικητή της Ιθάκης το ποσό των 250 δολαρίων για τους πρόσφυγες εκεί, και είχα μεταφέρει στην Κεφαλονιά μια οικογένεια Μοραϊτών (Moriote) που βρίσκονταν στην μεγαλύτερη ανάγκη και τους παρείχα ένα σπίτι και αξιοπρεπή υποστήριξη υπό την προστασία των κυρίων Κοργιαλένειων (Corgialegno), πλούσιοι έμποροι του Αργοστολίου στους οποίους είχα προταθεί από τους ανταποκριτές μου. Έκανα να γραφτεί μια επιστολή προς τον μάρκο Μπότσαρη (Marco Bozzari), τον προσωρινό διοικητή ενός στρατιωτικού σώματος στην Ακαρνανία – για τον οποίο είχα λάβει συστατικές επιστολές. Η απάντηση του ήταν ίσως η τελευταία που υπέγραψε ή υπαγόρευσε γιατί σκοτώθηκε εν δράσει την μέρα μετά την ημερομηνία της – με τον χαρακτήρα ενός καλού στρατιώτη και αξιότιμου άνδρα που δεν συνυπάρχουν πάντα, μάλιστα ούτε ξεχωριστά.

Επίσης προσκλήθηκα από τον Κόμη Μεταξά (Count Metaxa) τον Κυβερνήτη του Μεσολογγίου, να πάω εκεί, αλλά στην παρούσα κατάσταση ήταν απαραίτητο να έχω κάποια επικοινωνία με την υπάρχουσα κυβέρνηση σχετικά με την δική τους άποψη για το που θα μπορούσα να είμαι, αν όχι πιο χρήσιμος, σε κάθε περίπτωση λιγότερο ενοχλητικός. Καθώς δεν ήρθα εδώ για να ενταχθώ σε μια φατρία αλλά σε ένα έθνος – και να ασχοληθώ με έντιμους ανθρώπους και όχι με κερδοσκόπους ή καταχραστές (κατηγόριες ανταλλάσονταν καθημερινά από τους Έλληνες μεταξύ τους), θα απαιτήσει πολλή περίσκεψη για να αποφύγω να φανώ κι εγώ θιασώτης – και το θεωρώ το πιο δύσκολο – καθώς έχω ήδη λάβει προσκλήσεις από περισσότερα από ένα από τα διαφιλονικούμενα μέρη – πάντα με το πρόσχημα ότι αυτοί είναι οι πραγματικά αγνοί σε προθέσεις.

«Δεν ήρθα εδώ να ενταχθώ σε μια φατρία αλλά σε ένα έθνος»

(“I did not come here to join a faction but a nation”)

Οι αλυσίδες είναι πράγματι σπασμένες

Σε τελική ανάλυση κάποιος δεν θα έπρεπε να απελπιστεί, αν και μέχρι στιγμής όλοι οι ξένοι με τους οποίους έχουμε συναντηθεί μεταξύ των Ελλήνων, πηγαίνουν ή έχουν ήδη επιστρέψει αηδιασμένοι. Όποιος πηγαίνει στην Ελλάδα για την ώρα θα πρέπει να το κάνει όπως πήγε η κα. Fry στο Newgate (σ.σ. παραπομπή στο ποίημα του ιδίου “Don Juan”), όχι με την προσδοκία να συναντήσει κάποια ιδιαίτερη ένδειξη προϋπάρχουσας ακεραιότητας – αλλά με την ελπίδα ότι ο χρόνος και η καλύτερη μεταχείριση θα αναμορφώσει τις παρούσες ληστρικές και λωποδυτικές τάσεις που ακολούθησαν την εκδίκαση στο Ανώτερο Δικαστήριο (της Νήσου του Μαν, “General Gaol Delivery”, αναφορά στο ανωτέρω ποίημα).

Όταν τα άκρα των Ελλήνων είναι λίγο λιγότερο πιασμένα από το δέσιμο τεσσάρων αιώνων, δεν θα βαδίσουν τόσο πολύ «σαν να ‘χαν δεσμά στα πόδια τους». Προς το παρόν οι αλυσίδες είναι πράγματι σπασμένες, αλλά οι σύνδεσμοι εξακολουθούν να τους βαρύνουν – και τα «Κρόνια» (σ.σ. γιορτή του θεού Κρόνου κατά την οποία οι δούλοι μπορούσαν να χλευάσουν τους αφέντες τους χωρίς να τιμωρηθούν, με αντιστροφή ρόλων) είναι ακόμη πολύ πρόσφατα για να μετατρέψουν τον Σκλάβο σε εγκρατή Πολίτη.

Το χειρότερο από αυτά είναι ότι (για να χρησιμοποιήσουμε μια χονδροειδή αλλά την μόνη έκφραση που δεν θα υπολείπεται της αλήθειας) είναι τέτοιοι ψεύταροι, δεν υπήρξε ποτέ τέτοια ανικανότητα για αλήθεια, αφότου στον Παράδεισο η Εύα είπε ψέματα. Ένας από αυτούς διαπίστωσε σφάλμα την άλλη μέρα με την αγγλική γλώσσα – επειδή είχε τόσο λίγες αποχρώσεις για το Ελάττωμα – ενώ ένας Έλληνας μπορεί να διαμορφώσει ένα Όχι σε Ναι και αντίστροφα, που από τις ολισθηρές ιδιότητες της γλώσσας του αυτή η υπεκφυγή μπορεί να συνεχισθεί σε κάθε βαθμό και να αφήσει ακόμη μια χαραμάδα μέσα από την οποία η ψευδορκία μπορεί να εισχωρήσει χωρίς να γίνει αντιληπτή. Αυτή ήταν η έκφραση του ίδιου του κυρίου και πρέπει να αμφισβητηθεί μόνο γιατί στα λόγια του Συλλογισμού «Τώρα ο Επιμενίδης ήταν Κρητικός» (σ.σ. βλέπε το «Λογικό παράδοξο του Επιμενίδη» στο ποίημα του «Μίνως»). Αλλά μπορεί να τροποποιηθεί ξανά και ξανά.

30 Σεπτεμβρίου (1823)

Αφού παρέμεινα εδώ για λίγο καιρό αναμένοντας νέα από την Ελληνική Κυβέρνηση, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία που οι κύριοι “B” (Browne) και “T” (Trelawny) προέβησαν στην Τριπολιτσά (Tripolitza) και ακολούθως στην αναχώρηση του τουρκικού στόλου, για να γράψω σε εκείνο το ενεργό τμήμα του νομοθετικού σώματος. Ο σκοπός μου δεν ήταν μόνο να λάβω κάποιες ακριβείς πληροφορίες ώστε να μπορέσω να μεταβώ στο μέρος όπου θα μπορούσα να είμαι αν όχι πιο ασφαλής, τουλάχιστον πιο χρήσιμος, αλλά να έχω την ευκαιρία να κρίνω την πραγματική κατάσταση της υπόθεσης τους. Εν τω μεταξύ ακούω από τον Μαυροκορδάτο (Mavrocordato) και τον αρχιεπίσκοπο της Ύδρας, ο τελευταίος καλώντας με σε εκείνο το νησί, ο πρώτος υπαινίσσεται ότι θα ήθελε να με συναντήσει εκεί ή αλλού.

17 Οκτωβρίου 1823

Το ημερολόγιο μου διακόπηκε απότομα και δεν είχε ξαναρχίσει νωρίτερα γιατί την ημέρα της τελευταίας ημερομηνίας έλαβα μια επιστολή από την αδελφή μου Augusta, που εκδήλωσε την ασθένεια της κόρης μου, και δεν είχα τότε την καρδιά να συνεχίσω. Στην συνέχεια, είχα ακούσει μέσω του ίδιου καναλιού ότι ήταν καλύτερα και δεδομένου ότι είναι καλά – αν είναι έτσι – για μένα όλα είναι καλά. Αλλά παρόλο που το έμαθα στις αρχές Σεπτέμβρη, δεν ξέρω γιατί, δεν έχω συνεχίσει το ημερολόγιο μου αν και έχουν συμβεί πολλά πράγματα από τότε που θα αποτελούσαν ενδιαφέρουσα καταγραφή σε αυτό.

Δεν ξέρω γιατί το ξαναρχίζω ακόμη και τώρα, εκτός του ότι στεκόμενος στο παράθυρο του διαμερίσματος μου σε αυτό το πανέμορφο χωριό – την ήρεμη αλλά δροσερή γαλήνη ενός όμορφου και διαυγούς φεγγαρόφωτος που καταυγάζει τα Νησιά, τα Βουνά, την Θάλασσα – με ένα μακρινό περίγραμμα του Μοριά ιχνηλατόμενου μεταξύ του διπλού Γαλάζιου των κυμάτων και των ουρανών – με καθησυχάζουν αρκετά για να μπορώ να γράψω, το οποίο (όσο δύσκολο μπορεί να φαίνεται για κάποιον που έχει γράψει τόσα δημόσια – να απέχω) είναι, και ήταν πάντα για μένα, μια ανάθεση, επώδυνη.

Θα μπορούσα να μαζέψω μαρτυρίες αν ήταν απαραίτητο – αλλά η γραφή μου είναι αρκετή – είναι κάποιου που σκέφτεται πολύ, ραγδαία, ίσως βαθιά – αλλά σπάνια με ευχαρίστηση. Αλλά «Προς τα εμπρός!» (“En Avant!”). Οι Έλληνες προοδεύουν στην κοινή προκοπή τους, αλλά διαφωνούν μεταξύ τους. Θα είμαι πιθανότατα θλιβερά, υποχρεωμένος να προσχωρήσω σε μια από τις παρατάξεις – τις οποίες μέχρι στιγμής έχω σφόδρα αποφύγει, με την ελπίδα να τις ενώσω προς το κοινό συμφέρον.

14 ελληνικά πλοία επιτέθηκαν σε ένα τούρκικο σκάφος με 12 κανόνια και το κέρδισαν

Ο Μαυροκορδάτος εμφανίστηκε επιτέλους με την Υδραίικη Μοίρα (Idriote Squadron) σε αυτές τις θάλασσες (η οποία εμφάνιση δύσκολα θα είχε πραγματοποιηθεί αν δεν είχα δεσμευτεί να πληρώσω διακόσιες χιλιάδες πιάστρα (10 πιάστρα στο δολάριο είναι η ισοτιμία στην ηπειρωτική Ελλάδα) και ξεκίνησε τις επιχειρήσεις κάπως επιτυχώς, αλλά όχι πολύ συνετά. Δεκατέσσερα (κάποιοι λένε δεκαεπτά) ελληνικά πλοία επιτέθηκαν σε ένα τούρκικο σκάφος με 12 κανόνια και το κέρδισαν. Αυτό δεν είναι και Θαλάσσιες Θερμοπύλες (σ.σ. αντίστοιχο της δοξασμένης περίφημης μάχης) αλλά είναι κάτι, βρήκαν επί του πλοίου 50.000 δολάρια – ένα ποσό πολύ εξυπηρετικό για τις σημερινές τους ανάγκες – αν χρησιμοποιηθεί σωστά. Ωστόσο, αυτό το λάφυρο συνέβη στα όρια της Ουδετερότητας στην ακτή της Ιθάκης, και οι Τούρκοι (λέγεται) καταδιώχθηκαν στην ακτή – και μερικοί σφαγιάστηκαν. Όλα αυτά μπορεί να περιέχουν ένα ζήτημα σωστού και λάθους με τον όχι πολύ ανεκτικό Τόμας Μέιτλαντ (Thomas Maitland, Κυβερνήτης των Ιονίων Νήσων), ο οποίος δεν είναι πολύ ικανός να διακρίνει το ένα ή το άλλο. Έχω μεταβιβάσει το παραπάνω ποσό με την σημείωση να πληρωθεί η εν λόγω Μοίρα (σ.σ. ομάδα πολεμικών πλοίων) – δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά είναι διπλάσιο από αυτό με το οποίο ο Ναπολέων ο Αυτοκράτορας των Αυτοκρατόρων, ξεκίνησε την εκστρατεία του στην Ιταλία, withal – vide – Las Cases – passim vol.1 (τόμος πρώτος).                     

Οι Σουλιώτες έχουν δημιουργήσει ένα είδος γνωριμίας μαζί μου

Οι Τούρκοι έχουν αποσυρθεί από το Μεσολόγγι – κανείς δεν ξέρει γιατί – αφού άφησαν πίσω τους προμήθειες και πυρομαχικά σε σημαντικές ποσότητες, και η φρουρά δεν έκανε καμία εξόρμηση και κανένας για κανένα λόγο δεν αφιέρωσε προσπάθεια στο Μεσολόγγι εφέτος, αλλά βομβάρδισε το Ανατολικό (έναν οικισμό που θυμάμαι καλά έχω διασχίσει όλη αυτή την περιοχή με 50 Αλβανούς το 1809 συμπεριλαμβανομένου του Μεσολογγίου), κοντά στον Αχελώο – κάποιοι λένε ότι ο Vrioni Pacha έμαθε για εξέγερση κοντά στο Scutari, κάποιοι λένε ένα πράγμα, άλλοι λένε άλλο, από την πλευρά μου ήμουν σε επαφή με αλληλογραφία, με τους αρχηγούς και στις εξιστορήσεις τους δεν υπάρχει ομοφωνία.

Οι Σουλιώτες τόσο εκεί, εδώ και αλλού, έχοντας συμπαθήσει ή τουλάχιστον έχοντας δημιουργήσει ένα είδος γνωριμίας μαζί μου (καθώς έχω βοηθήσει τους ίδιους και τις οικογένειες τους σε όσα μπορούσα σύμφωνα με τις καταστάσεις) φαίνεται ότι είναι ανήσυχοι πως πρέπει να αναλάβω ως αρχηγός τους (αν μπορώ να το πω έτσι), θα προτιμούσα όχι προς το παρόν – επειδή υπάρχουν ήδη πάρα πολλές υποδιαιρέσεις και αρχηγοί – αλλά αν φανεί απαραίτητο δεδομένου ότι είναι παραδεκτό ότι αυτοί είναι οι καλύτεροι και γενναιότεροι ανάμεσα στους μαχητές επί του παρόντος, μπορεί να συμβεί, θα μπορούσα, θα έπρεπε ή θα υποστηρίξω ένα τέτοιο σώμα ανδρών, με την βοήθεια του οποίου νομίζω κάτι μπορεί να γίνει τόσο μέσα όσο και έξω από την Ελλάδα (γιατί υπάρχει χώρος για αυτό που πρέπει και για τα δύο) θα μπορούσα να τους συντηρήσω από τα δικά μου σημερινά μέσα (πάντα υποθέτοντας ότι το παρόν εισόδημα και οι πόροι μου είναι μόνιμα) δεν είναι πάνω από χίλιοι – και από αυτούς ούτε οι εξακόσιοι αληθινοί Σουλιώτες – αλλά τους επιτρέπεται να είσαι ίσοι (αυτό φαίνεται ως ψευτοπαληκαρισμός αλλά έχει πρόσφατα γραφτεί) ένας έως πέντε Ευρωπαίοι Μουσουλμάνοι και δέκα Ασιάτες όπως και να έχει είναι σε μεγάλη εκτίμηση και πολύ καλοί μου φίλοι.

Ελπίζω να πουλήσω ένα αρχοντικό σχεδόν 3.000.000 φράγκα περισσότερο

Ένας στρατιώτης μπορεί να συντηρηθεί στην ηπειρωτική χώρα με 25 πιάστρα μηνιαίως (μάλλον καλύτερα από δύο δολάρια το μήνα), και να βρει την σίτιση του έξω από την χώρα – ή για τέσσερα δολάρια συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής του για την σίτιση του, επομένως μεταξύ δύο και τριών χιλιάδων δολαρίων τον μήνα (και το δολάριο εδώ ανταλλάσσεται για 4 και 2 πένες αντί για 4 και 6 πένες – η τιμή στην Αγγλία) θα μπορούσα να συντηρήσω κάπου πεντακόσιους ή και χίλιους από αυτούς τους πολεμιστές για όσο είναι απαραίτητο – και έχω περισσότερους πόρους (υποθέτοντας ότι θα εξακολουθήσουν ως έχουν) απ’ ότι χρειάζεται για να γίνει αυτό, καθώς οι προσωπικές μου επιθυμίες είναι πολύ απλές (εκτός από τα άλογα καθώς δεν είμαι καθόλου καλός σαν πεζός) και το εισόδημα μου είναι σημαντικό για οποιαδήποτε χώρα εκτός της Αγγλίας (είναι ίσο με αυτό του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών – των Άγγλων υπουργών εξωτερικών ή του Γάλλου πρεσβευτή στην Βιέννη και των ανωτέρων δικαστηρίων, 150.000 φράγκα πιστεύω) και ελπίζω να πουλήσω ένα αρχοντικό σχεδόν 3.000.000 φράγκα περισσότερο, έτσι θα μπορούσα (με όσα πρέπει να αφαιρεθούν για πολεμικές χρήσεις επίσης) να διατηρήσω σε δράση μια αξιοσέβαστη ομάδα ή φυλή ή ορδή για κάποιο χρονικό διάστημα και, αφού δεν έχω κανένα κίνητρο να το κάνω, έχω την καλή θέληση προς την Ελλάδα, ελπίζω ως προτέρημα…»(συνεχίζεται).

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

 

 

Ο Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον (Λόρδος Βύρων) στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη (1823)

Μετάφραση Τηλέμαχος Μπεριάτος 

(Σχόλια-παραπομπές και προσθήκη φωτο από leovard. blogspot.com)

Επιχρωματισμένη ατσαλογραφία του Harlon-1826.

Το 2021 θα πρέπει να τιμήσουμε την ιστορία μας, τους ήρωες και τον λαό μας αλλά και τους φιλέλληνες, ειδικά για την τοπική μας ιστορία, τον «Λόρδο Βύρωνα». Μέσα από τα γραπτά του ίδιου και των φίλων του που τον συνόδευαν (θα διαβάσουμε αποσπάσματα από τα γραπτά τους για το ταξίδι και την παραμονή σε Κεφαλονιά-Ιθάκη σε μετάφραση), βλέπουμε ότι η ολιγόμηνη παραμονή του στα νησιά μας (σχεδόν 5 μήνες) ήταν πολύ περισσότερο από απλή επίσκεψη. Εδώ το έργο του, η συμβολή του στον σκοπό στον οποίο αφιερώθηκε, τον ίδιο σκοπό των Ελλήνων, ήταν ουσιαστική.

Παρότι είναι γνωστός ως «Λόρδος Βύρων» (1788-1824) νομίζω είναι πιο πρέπων να τον αναφέρουμε με το όνομα του, καθώς θαυμάστηκε επειδή ήταν ποιητής, θαυμαστής του πολιτισμού, της ιστορίας και της ελευθερίας και όχι επειδή είχε τίτλο ευγενείας. Επίσης ενώ Λόρδοι Μπάιρον μπορεί να έχουν υπάρξει πολλοί, ο ποιητής και φιλέλληνας ήταν ένας, ο Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον (George Gordon Byron). Όταν ο Γκόρντον έγραφε «Αν είμαι ποιητής το οφείλω στον αέρα της Ελλάδας» δεν έλεγε όλη την αλήθεια, δεν έγινε ποιητής στην Ελλάδα, απλώς αυτή φαίνεται πως κέρδισε έναν ακόμη θαυμαστή που την εξύμνησε και αυτός έτυχε να είναι ένας ποιητής. (Τηλέμαχος  Μπεριάτος)


Μέρος Α΄


Απόσπασμα από το ημερολόγιο του για την άφιξη στην Κεφαλονιά και την επίσκεψη στην Ιθάκη.

 

Ο Γκόρντον και η αρπαγή γλυπτών του Παρθενώνα

Στο πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα μεταξύ Ιουλίου 1809 και Ιουλίου 1811, ως μέρος της μεγάλης περιήγησης του στην Μεσόγειο, Ισπανία (29 Ιουλίου 1809), Ιταλία, Μάλτα (31 Αυγούστου 1809), Αλβανία (11 Οκτωβρίου 1809), Τουρκία – Σμύρνη (5 Μαρτίου 1810), Έφεσο, Τροία, Κωνσταντινούπολη (13 Μαΐου 1810), Ελλάδα (26 Σεπτεμβρίου 1809 και 18 Ιουλίου 1810), επισκέφθηκε την Αθήνα και την Πελοπόννησο και φυσικά τα αρχαία μνημεία τους. Ο Γκόρντον, επισκεπτόμενος την Ακρόπολη έγινε μάρτυρας της απογύμνωσης του Παρθενώνα (αλλά και άλλων μνημείων στην Ελλάδα) από τον Έλγιν, διαδικασία που είχε ξεκινήσει από το 1801 και διήρκησε ως το 1812(!) και ήταν και αυτός Σκωτσέζος.. «αυτό που δεν έκαναν οι Γότθοι, το έκαναν οι Σκώτοι» γράφτηκε κάτω από το χαραγμένο όνομα του Έλγιν στον Παρθενώνα. Εντελώς ειρωνικά, όταν τον Απρίλιο 1811 αναχώρησε για την Αγγλία, μέχρι την Μάλτα ταξίδεψε με το εμπορικό πλοίο «Ύδρα» (“Hydra”) το οποίο μετέφερε τα τελευταία φορτία των γλυπτών, χωρίς να το μάθει ποτέ. Το ίδιο έτος έγραψε το ποίημα «Η Κατάρα της Αθηνάς» (“The Curse of Minerva”, σύνδεσμος: https://hellopoetry.com/poem/4299/the-curse-of-minerva/, μια κραυγή απέχθειας και διαμαρτυρίας, στο οποίο εκφράζει την αποστροφή του για την αρπαγή των ιστορικών και καλλιτεχνικών θησαυρών της Ελλάδας από τον Έλγιν. Στίχοι από το ποίημα:

«…Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,

μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ‘χει στείλει πιο μεγάλο.

Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,

και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη…» 

Μετά από αυτό το ταξίδι έγραψε τα πρώτα δύο άσματα από το αφηγηματικό ποίημα «Το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ» (“Childe Harold’s Pilgrimage”, canto Ι,ΙΙ) όπου εξέφραζε τον θαυμασμό του για τον πολιτισμό, το οποίο όταν εκδόθηκε τον έκανε διάσημο και αγαπητό. Είναι εκεί που γράφει ότι «Ακόμα και τα κύματα αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοι της ιεροσυλίας του», αναφερόμενος στο ναυάγιο στα Κύθηρα του πλοίου «Μέντωρ» (+1802), ενός από αυτά που μετέφεραν αυτές τις αρχαιότητες στην Βρετανία και εκεί κατέκρινε έντονα τον Έλγιν για τις πράξεις του.

Το τελευταίο ταξίδι στην Ελλάδα (και η επίσκεψη στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη)

Στις 14 Ιουλίου 1823 ο Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον αναχωρεί από την Γένοβα με το μπρίκι «Ηρακλής» (“Hercules”) με προορισμό την Ελλάδα, και σκοπό να υποστηρίξει τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία.

Όσο έμεινε στην Κεφαλονιά δεν έγραψε λογοτεχνικά έργα (παρά ελάχιστη ποίηση ίσως όταν βρισκόταν στο Μεσολόγγι), αλλά αφοσιώθηκε στον ελληνικό σκοπό της ανεξαρτησίας.. όπως είπε: «Η ποίηση, πρέπει να καταλαμβάνει μόνο τον αδρανή. Σε πιο σοβαρές υποθέσεις θα ήταν γελοία.» Στην Κεφαλονιά έγραψε μόνο επιστολές για επικοινωνία με τους αγωνιστές Έλληνες, φίλους του και φιλέλληνες, και το «Ημερολόγιο στην Κεφαλονιά» μεταξύ 19 Ιουλίου και 7 Δεκεμβρίου 1823.

Όμως ουσιαστικά στην Κεφαλονιά είναι που προετοίμασε την δράση του, υποδέχτηκε εκπροσώπους των αγωνιστών, απέστειλε φάρμακα και λοιπές προμήθειες στον στόλο και τα στρατεύματα, υποστήριξε και χρηματοδότησε πρόσφυγες από την υπόλοιπη Ελλάδα, με λίγα λόγια εδώ έστησε το «στρατηγείο» του και συνέβαλε στον αγώνα, μέχρι να θυσιαστεί και ο ίδιος αργότερα στο Μεσολόγγι.

Στο Αργοστόλι (3 Αυγούστου – 6 Σεπτεμβρίου 1823)

Στις 3 Αυγούστου αποβιβάζεται στην Κεφαλονιά όπου και παραμένει για τους επόμενους μήνες έως τις 29 Δεκεμβρίου. Έως τις 6 Σεπτεμβρίου διέμενε στο πλοίο και κατόπιν στα Μεταξάτα ωσότου αναχώρησε για το Μεσολόγγι. Δυο μέρες μετά την άφιξη του συναντά τον επίσης φιλέλληνα βρετανό συνταγματάρχη Νάπιερ (Colonel Napier).

Στην Ιθάκη (11-17 Αυγούστου 1823), Αγ.Ευφημία, Σάμη

Επισκέπτεται (με παρέα τους Gamba, Bruno, Browne, Trelawny, από τα γραπτά των οποίων θα διαβάσουμε αποσπάσματα σε επόμενα άρθρα) την Αγία Ευφημία (“Saint Eufemia”) για να περάσει τον χρόνο του όπως αναφέρει, πηγαίνοντας με μουλάρια από τα βουνά μέσα τους χειρότερους δρόμους που είχε δει για χρόνια, και από εκεί περνά στην Ιθάκη μεταξύ 11 και 17 Αυγούστου. Στην Ιθάκη όπου μάλιστα έδωσε ποσό 250 δολαρίων για τους πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο εκεί από την ηπειρωτική Ελλάδα, επισκέπτονται την «Αρεθούσα Κρήνη» νότια από το Βαθύ στις 13 Αυγούστου 1823 και την «Σχολή Ομήρου» στο βόρειο τμήμα του νησιού στις 14 του μήνα.

Αφού γυρίζουν στην Κεφαλονιά, πάνε στο μοναστήρι της Σάμης (“monastery of Samos”) για διανυκτέρευση και την επόμενη μέρα πίσω στο Αργοστόλι, αυτή την φορά από καλύτερους δρόμους..

Όσο βρίσκεται εδώ και αυτό γίνεται όλο και πιο γνωστό, τον προσεγγίζουν από όλη την Ελλάδα για χρηματική βοήθεια, ενώ ο ίδιος αποφασίζει να καθυστερήσει την μετάβαση του στην ηπειρωτική χώρα λόγω διενέξεων μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων.

Στα Μεταξάτα (6 Σεπτεμβρίου – 29 Δεκεμβρίου 1823)

Σχετικά με την διαμονή του, επειδή μέχρι εκείνη την στιγμή στο Αργοστόλι διέμεναν μέσα στο πλοίο και ο καπετάνιος ήθελε να απομακρυνθεί από την περιοχή για ασφάλεια, στις 6 Σεπτεμβρίου ο Τζωρτζ μετακομίζει σε κατοικία στα Μεταξάτα. Στις 30 Σεπτεμβρίου λαμβάνει νέα που τον στεναχωρούν και σταματά να γράφει στο ημερολόγιο ενώ στις 5 Οκτωβρίου σεισμοί συγκλονίζουν το χωριό. Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο ο George Finlay και άλλοι φιλέλληνες καταφθάνουν και γίνονται προετοιμασίες για αναχώρηση με προορισμό την ηπειρωτική Ελλάδα. Στις 29 Δεκεμβρίου ο Τζορτζ αναχωρεί με δύο σκάφη από την Κεφαλονιά με ενδιάμεσο σταθμό στις 30 Δεκεμβρίου την Ζάκυνθο.

Ξημερώματα της 31 Δεκεμβρίου 1823, το μικρό, ευέλικτο σκάφος (τύπου mistico) στο οποίο επιβαίνει ο Τζορτζ Γκόρντον, γλιστρά κάτω από την πρύμνη ενός τουρκικού και καταφεύγει σε έναν ορμίσκο όπου κρύβεται ωσότου το τουρκικό απομακρυνθεί, ενώ το μεγαλύτερο σκάφος που μεταφέρει προμήθειες συλλαμβάνεται και οδηγείται στην Πάτρα. Τελικά ο Γκόρντον φθάνει στον Αστακό (τότε ονομαζόμενος Δραγαμέστος, “Dragomestre”), ενώ στις 4 Ιανουαρίου 1824 βρίσκεται στο Μεσολόγγι όπου συναντά τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Ακολουθεί το πρώτο μέρος του ημερολογίου του [«Ημερολόγιο Κεφαλονιάς, 1823-1824» Τζωρτζ Γκόρντον Μπάιρον, 19 Ιουνίου – 7 Δεκεμβρίου 1823] που αφορά την άφιξη του στην Κεφαλονιά και μια πολυήμερη επίσκεψη στην Ιθάκη (μετάφραση: Τηλέμαχος Μπεριάτος):

The dead have been awakened – shall I sleep?

The World’s at war with tyrants – shall I crouch?

The harvest’s ripe – and shall I pause to reap?

I slumber not; the thorn is in my Couch;

Each day a trumpet soundeth in mine ear,

Its echo in my heart…” 

« Μεταξάτα, Κεφαλονιά, 28 Σεπτεμβρίου 1823

Στις 16 νομίζω Ιουλίου, αναχώρησα από τη Γένοβα (Genoa) με το αγγλικό μπρίκι «Ηρακλής» (“Hercules”) – κυβερνήτης Jno. Scott – στις 17 του μήνα σφοδροί άνεμοι προκαλούσαν σύγχυση και απειλούσαν με τραυματισμούς τα άλογα που μεταφέρονταν στο πλοίο – κινήσαμε με θάρρος για το ίδιο λιμάνι – όπου παραμείναμε 24 ώρες περισσότερο και μετά ξαναβγήκαμε στη θάλασσα – κάναμε στάση στο Λιβόρνο (Leghorn) – και συνεχίσαμε το ταξίδι μας μέσα από τα στενά της Μεσσήνης (Messina), για την Ελλάδα – περνώντας έξω από την νήσο Έλβα (Elba) στην Κορσική – τις Αιολίδες νήσους (Lipari islands) συμπεριλαμβανομένης της Στρόμπολης (Stromboli), Σικελίας, Ιταλία και άλλα – γύρω στις 4 Αυγούστου αγκυροβολήσαμε έξω από το Αργοστόλι (Argostoli), στο κύριο λιμάνι του νησιού της Κεφαλονιάς.

Εδώ είχα κάποια προσδοκία να μάθω από τον “Capt. Β” (Edward Blaquiere) που ήταν απεσταλμένος από την κυβερνητική επιτροπή στο Λονδίνο, προς την προσωρινή κυβέρνηση του Μοριά (Morea) αλλά μάλλον προς έκπληξη μου έμαθα ότι ήταν στον δρόμο της επιστροφής – αν και στα τελευταία του γράμματα από τη χερσόνησο αφού εξέφρασε μια ανήσυχη επιθυμία να έρθω χωρίς καθυστέρηση, δήλωνε περαιτέρω ότι σκόπευε να παραμείνει στη χώρα προς το παρόν. Έκτοτε, έλαβα διάφορα γράμματα από αυτόν, σταλμένα στη Γένοβα που διαβιβάστηκαν στα Νησιά –εν μέρει εξηγώντας την αιτία της απροσδόκητης επιστροφής του –και επίσης (σε αντίθεση με την προηγούμενη γνώμη του) ζητώντας μου να μην προχωρήσω ακόμη στην Ελλάδα για διάφορους λόγους, κάποιους από αυτούς σημαντικούς. Έστειλα ένα σκάφος στην Κέρκυρα με την ελπίδα να τον βρω ακόμα εκεί αλλά είχε ήδη αναχωρήσει για την Ανκόνα (Ancona). Στο νησί της Κεφαλονιάς ο συνταγματάρχης Charles Napier (Κάρολος Νάπιερ), στρατιωτικός διοικητής και ο συνταγματάρχης Duffie του 8ου Συντάγματος του Βασιλέως που αποτελούσε την φρουρά. Μας υποδέχτηκαν και οι δύο κύριοι – και μάλιστα όλοι οι αξιωματικοί καθώς και οι πολίτες με την μεγαλύτερη καλοσύνη και φιλοξενία – που αν δεν το αξίζαμε – ακόμα ελπίζω ότι δεν έχουμε κάνει τίποτα για να το στερηθούμε – και συνεχίστηκε αμείωτη – ακόμη και αφού η λαμπρότητα της νέας γνωριμίας έχει εξαντληθεί από συχνή επαφή.

Εδώ μάθαμε αυτό που από τότε είχε επιβεβαιωθεί – ότι οι Έλληνες ήταν σε κατάσταση πολιτικής διαφωνίας μεταξύ τους – ότι ο Μαυροκορδάτος είχε απαλλαχθεί ή είχε παραιτηθεί, το οποίο είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα, και ότι ο Κολοκοτρώνης δεν ξέρω με τι ή ποιανού κόμμα ήταν υπέρτερο στον Μοριά. – Οι Τούρκοι ήταν ισχυροί στην Ακαρνανία (Acarnania) και αλλού και ο τουρκικός στόλος εφάρμοζε ναυτικό αποκλεισμό στην ακτή από το Μεσολόγγι (Missolonghi) ως την Γλαρέντζα (Chiarenza) – και ακολούθως στο Ναβαρίνο (Navarino) – Ο ελληνικός στόλος από την έλλειψη μέσων ή άλλες αιτίες παρέμεινε στο λιμάνι στην Ύδρα (Hydra) – Ψαρά (Ipsara) και Σπέτσες (Spezia) και απ’ ότι είναι σίγουρα γνωστό μπορεί να είναι εκεί ακόμη. Ως μάλλον αντίθετο προς τις προσδοκίες μου, δεν είχα πληροφορίες από την Πελοπόννησο (Peloponnesus) – και επίσης επειδή είχα να λάβω επιστολές από την Αγγλία από την Επιτροπή (προφανώς εννοεί την επιτροπή υποστήριξης του Ελληνικού Αγώνα) αποφάσισα να παραμείνω εντωμεταξύ στα Ιόνια Νησιά – ειδικά επειδή ήταν δύσκολο να αποβιβαστώ στην απέναντι ακτή χωρίς να διακινδυνεύσω κατάσχεση του πλοίου και των περιεχομένων του – το οποίο φυσικά ο καπετάνιος Scott ​​αρνήθηκε να κάνει – εκτός αν θα του εγγυόμουν πλήρη αποζημίωση της πιθανής ζημίας του.

Για να περάσουμε τον χρόνο μας είχαμε κάνει μια μικρή εκδρομή πέρα από τα βουνά στην Αγία Ευφημία (Saint Eufemia), από χειρότερους δρόμους απ’ ότι συνάντησα ποτέ κατά την διάρκεια κάποιων ετών ταξιδιών σε τραχιά μέρη. Στην Αγία Ευφημία ξεκινήσαμε για την Ιθάκη (Ithaca) και κάναμε περιήγηση σε αυτό το όμορφο νησί, ως ταιριαστό φόρο τιμής στην Τρωάδα (χερσόνησος της μικρασιατικής ακτής όπου βρισκόταν η Τροία), την οποία είχα επισκεφτεί αρκετά χρόνια πριν. Η φιλοξενία του Knox δεν ήταν σε καμία περίπτωση κατώτερη από εκείνη των στρατιωτών φίλων μας της Κεφαλονιάς. Αυτός ο κύριος με την κυρία Κ. Και μερικούς από τους φίλους τους μας οδήγησαν στην Αρεθούσα Κρήνη (fountain of Arethusa) – που μόνη της θα άξιζε το ταξίδι – αλλά το υπόλοιπο νησί δεν είναι κατώτερο σε ελκυστικότητα για τους φυσιολάτρες – τις τέχνες και την παράδοση τα αφήνω στους αρχαιοδίφες – και έτσι καλά έχουν προσπαθήσει αυτοί οι κύριοι να διευθετήσουν τέτοια ερωτήματα, που όπως αμφισβητείται η ύπαρξη της Τροίας (Troy), έτσι και η Ιθάκη (η «Ομηρική Ιθάκη») δεν έχει γίνει ακόμη αποδεκτή. Αν και ο μήνας ήταν Αύγουστος μας είχαν προειδοποιήσει να μην ταξιδεύουμε κάτω από τον Ήλιο, όπως κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εμπειρίας μου ποτέ δεν υπέφερα από τη ζέστη όσο βρισκόμουν σε κίνηση, δεν ήμουν πρόθυμος να χάσω τόσες πολλές ώρες της ημέρας λόγω λίγο πολύ μιας ηλιαχτίδας και παρόλο που η παρέα μας ήταν μάλλον πολυάριθμη, κανένας δεν υπέστη ασθένεια ή ταλαιπωρία όπως φαινόταν, αν και ένας από τους υπηρέτες (ένας Νέγρος) δήλωσε ότι ήταν τόσο ζεστά όσο στις Δυτικές Ινδίες. Είχα αφήσει πίσω στο πλοίο το θερμόμετρο μας, έτσι δεν μπορούσα να ξέρω την ακριβή θερμοκρασία. Επιστρέψαμε στην Αγία Ευφημία και παρακάμπτοντας την πήγαμε στο μοναστήρι της Σάμης στο απέναντι μέρος του κόλπου και συνεχίσαμε την επόμενη μέρα στο Αργοστόλι από έναν καλύτερο δρόμο απ΄ ότι το μονοπάτι προς την Αγία Ευφημία. Το ταξίδι στην ξηρά έγινε με μουλάρια… » (συνεχίζεται).

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

 

Τάσος Καρατάσος: Η  αγωνιστική βιογραφία ενός Πανέλληνα

Στο «Αρχείο αγωνιστών» της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, υπάρχει Αίτηση του δευτερότοκου γιου και συναγωνιστή του πατρός του κατά τους απελευθερωτικούς πολέμους της Ελλάδας, Τσάμη Καρατάσου,  όπου εξιστορείται με γλαφυρότητα η πολεμική δράση του πατέρα του Αναστάσιου (Τάσου) από τη Μακεδονία ως την Πελοπόννησο, με βάση την οποία ζητά έναντι των θυσιών της οικογενείας του, ανάλογη συμμετοχή στον διαμοιρασμό γης που έγινε στους αγωνιστές στην εποχή του Βασιλέως Όθωνα. Η επιστολή-αίτηση  που αποτελεί συνάμα μια μνημειώδη βιογραφική κατάθεση, και ένα μνημείο αναφοράς στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας, είναι γνώστη μόνο στους ερευνητές και τους φιλίστορες και όχι βέβαια στους σύγχρονους πολιτικούς της χώρας που κατατρίβονται με αλλότρια και εντέλλονται τα ανελλήνιστα, φθάνοντας εις τον μέγιστο ξεπεσμό της παράδοσης του ονόματος της Μακεδονίας εις τους αλλόφυλους.  

«Άθήναι τή 1 Ίανουαρίου/1860

Αίτησις του Συνταγματάρχου Δ. Τσάμη Καρατάσου/περί δικαιοσύνης τής Καρατασαϊκής οίκογενείας»

Προς το Σεβαστόν Υπουργικόν Συμβούλιον

Κύριε Πρόεδρε! 

Επ' ονόματι τον άγώνος καί τών μεγάλων αυτού θυσιών προσερχόμενος ενώπιον τον Σεβαστού τούτου Συμβουλίου, λογίζομαι ευτυχής, Κύριε Πρόεδρε, διότι αποτείνομαι εις τήν δικαιοσύνην άνδρών, εκ τών όποιων οι μεν διέπρεψαν ώς πρωταθληταί, οί δε σεμνύνονται ώς τέκνα ημιθέων, τών οποίων ή μνήμη συνδέεται με τήν άνάστασιν τής 'Ελλάδος. Κοινοί λοιπόν αγώνες καί  συμφοραί, κοιναί θυσίαι καί θρίαμβοι, φέρουν εμπροσθέν Σας ένα συναθλη των παθημάτων, όστις, λησμονημένος, ζητεί μερίδα άρτου άπό τήν τράπεζαν τήν κοινήν... "Οτε το σάλπισμα του Φεραίου αντήχησε το 1821 καί ή 'Ελληνική φυλή πάσα ήγέρθη, σειούσα τά δεσμά της, εις μόνος πόθος εκίνει τούς παλμούς όλων, ή ελευθέρωσις τής Πατρίδος, έν ονειρον, ή εξόντωσις τών τυράννων, μία ευχή, τό ν’ άποθάνωμεν όλοι, θρησκείαν σώζοντες καί Πατρίδα. ’Εκ τούτου υψεί το λάβαρον ο Γερμανός μετά του αοίδιμου Ζαίμη καί Λόντου, καί εις μίαν στιγμήν Κολοκοτρώναι όμού καί Μαυρομιχάλαι τάς χεΐρας τείνουσιν εις Μιαούλας καί Κουντουριώτας, ενώ τους χαιρετά ταύτοχρόνως εις Βότζαρης μετά του Σουλίου, εις Όδυσσεύς  εκ τής Στερεός, εις Γέρων Καρατάσσος των Μακεδόνων, καί άλλοι μάρτυρες άλλοθεν, καί όντως επεκτείνεται πανταχόθεν ή σείσασα εν Κράτος, πυρκαϊά του άγώνος!... 

Δεν ήτον ίσως επάναγκες, Κύριε Πρόεδρε, να περιγράψω εις το Σεβαστόν  τούτο σώμα, τάς πράξεις καί τά παθήματα τής οίκογενείας μου. Aι κατά τον άγώνα θυσίαι άχνίζουσιν έτι, καί, έκαστος ύμών, Κύριοι, γνωρίζει τάς θυσίας τού άλλου, ώς τάς θυσίας καί άθλα τών ίδιων πατέρων του. ’Επειδή όμως ή εξιστόρησις τοιούτων ιερών θυσιών ή άναμιμνήσκει την οφειλομένην εις τους αγωνιστής άμοιβήν ή ανακουφίζει τουλάχιστον την θλιβερόν τύχην αυτών καί πραΰνει την δυστυχίαν των, ας μοί επιτραπή, Κύριοι, να περιλάβω εν όλίγοις τινά τών άθλων καί θυσιών τής οίκογενείας μου...

Ο αείμνηστος πατήρ μου Καρατάσος, εις τών πρωτίστων άρματολών  τής Μακεδονίας, πολύ προ του άγώνος όπλισθείς κατά τών τυράννων, ων μόνον υπήρξε, Κύριε Πρόεδρε, το φόβητρον τής δυνάμεώς των καί ήνοιξε τους τάφους χιλιάδων εχθρών, άλλα καί επί τεσσαράκοντα  έτη εξέτεινε την κυριαρχίαν του επί τριών επαρχιών, τής Βερροίας, τών Γιαννιτσών, καί του Βαρδαρίου, οπού μόνον ήκούετο τών όπλων του ή κλαγγή καί μόνος ήτον νόμος ή θέλησίς του. Ανίκανοι νά καταβάλουσιν αυτόν ώς πολέμιον, οί κατά καιρούς πασάδες τής Ρούμελης, έπεκύρουν διά βασιλικών φιρμανίων την κυριαρχίαν του καί επί τεσσαράκοντα έτη άνεγνώριζον αυτόν οπλαρχηγόν άνενόχλητον. 

Τοιουτοτρόπως λοιπόν,προμαχών τής Μακεδονίας άπάσης, οπλαρχηγός τριών μεγάλων επαρχιών καί κέντρον μέλλοντος άνωτέρου, ήτον ή ζώσα διαμαρτύρησις τού 'Ελληνισμού καί ό σωτήριος λιμήν τών αδικούμενων... ’Ενώ δε μόνη ή μεγάλη περιουσία του, εξισούτο, Κύριε Πρόεδρε, με την άπέραντον δύναμίν του, καί οίκίαι  πολυτελείς καί πλήθος τσιφλικίων, καί άγέλαι βοών καί ίππων καί πάσα άφθονία συνεπλήρουν την ίσχύν καί ευδαιμονίαν του, μόλις ήκούσθη ή εμβατήριος σάλπιγξ, ο αείμνηστος πατήρ μου, άρνούμενος προνόμια  καί τιμάς, λησμονών πλούτη, δόξαν, κυριαρχίαν, προσέφερε τά πάντα ώς ολοκαύτωμα της  Πατρίδος, καί μόνον με τό ξίφος άγωνιστοϋ έσπευσε ν’ άποθάνη ή ν’ άσπασθή Πίστέως καί Ελευθερίας... . Εις την φωνήν του τότε ήγέρθη, Κύριε Πρόεδρε, ολόκληρος ή Μακεδονία, καί δεν είναι κρημνός ή φάραγξ ή χείμαρρος, εις ον νά μην ήκούσθη τών οπλών του ή βοή, καί δεν είναι σπιθαμή τού εδάφους εκείνου, όπου νά μην εστρώθη με αίματα καί σάρκας τυράννων. Τοιουτοτρόπως, είς μάχην από μάχης θυμομαχών καί εις παν βήμα με σμήνη συμπλεκόμενος πολεμίων, συνεκεντρώθη τέλος πάντων εις Νάουσαν, καί μόνος μετά των οικείων καί επίλεκτων του άντέστη, Κύριε Πρόεδρε, προς τεσσαράκοντα χιλιάδας εχθρών, καί ημέραν καί νύκτα τάς φάλαγγας αυτών άνατρέπων καί νέας άπαντών φάλαγγας, ξιφήρης επί τέλους διέσχισε τα σμήνη των εναντίων καί άπό πλήθους πεζών, ιππέων καί πυροβόλων κεραυνοδώς διερχόμένος άφήκεν όπισθέν του τά ίχνη αίματος καί καταστροφής, καί μετά δισχιλίων άνδρείων έλαβε την προς την Δυτικήν 'Ελλάδα οδόν... ’Ενώ δε ή περιφανής αυτή πάλη κατέπληξε τόσον τους πολεμίους καί είς τήν άγωνιζομένην 'Ελλάδα παρέσχεν ευκαιρίαν άνέσεως, ό μακαρίτης πατήρ μου εξήλθε τού πολέμου εκείνου με δάφνην θλιβερού μεγαλείου, διότι καί ή σύζυγος καί αι θυγατέρες του καί πέντε άδελφοί μου, μετά τήν κένωσιν τής Ναούσης, έμειναν είς τήν λύσσαν των πολεμίων. Τοιουτοτρόπως ή Νάουσα, Κύριε Πρόεδρε, ύπήρξεν εκ τών άγιαστηρίων εκείνων, το όποιον εβράχη με εκατόμβας εχθρών διά τήν γενικήν σωτηρίαν, άλλ’ εβαπτίσθη συνάμα είς δάκρυα μαρτύρων καί αιχμαλωσίας ... Λαβών, ώς είπον, τήν είς τήν Δυτικήν 'Ελλάδα όδόν, καθ' όλον τό διάστημα τούτο ό μακαρίτης πατήρ μου, συνήντα νέους εχθρούς, καί είς παν βήμα προσβάλλων καί προσβαλλόμενος καί πανταχοϋ αναγκαζόμενος να νικά, έφθασε τέλος είς Μεσολόγγιον πυρίφλεκτος  καί αιμοσταγής όλος, καί με τούς δισχιλίους όπλίτας του έσπευσε νά συναποθάνη εκεί μετ’ αδελφών πολιορκουμένων...

       Μετά τάς γνωστάς κατά τήν πολιορκίαν εκείνην νικάς καί κατορθώματα  τών 'Ελλήνων, ο μακαρίτης πατήρ μου μετέβη, Κύριε Πρόεδρε, μετά τών υπό τήν οδηγίαν του στρατευμάτων καί οπλαρχηγών είς τό πολιορκούν τήν Χαλκίδα στρατόπεδον, οπού διεκρίθη τόσον διά τάς ήρωϊκάς πράξεις του καί έδρεψε τοσαύτας κατά τών εχθρών νικάς...              

     Άλλ΄ εν τώ μεταξύ έφθασε θλιβερά εϊδησις, ότι δύο ισχυρά σώματα ήρχοντο νά εισβάλουν είς τήν 'Ελλάδα, καί τό μεν εν εξ αυτών έπέπεσεν είς τήν Λαμίαν υπό τον πολύπειρον Μπερκώφ Τσαλλήν, έτοιμον νά είσβάλη είς τήν Ανατολικήν 'Ελλάδα, τό δε υπό τήν οδηγίαν τοϋ όνομαστοϋ Κιουταχή ερρίφθη είς Μακρυνίτσαν τής Θετταλομαγνησίας, ενώ ή εμπροσθοφυλακή αυτού υπό τον τολμηρόν Άλόπασαν οδηγημένη έπέπεσεν είς τάς χώρας Λαύκον καί Μπρομήρι, οπού καί άνδρας καί γυναίκας καί τά ανήλικα βρέφη κατέσφαξεν άπανθρώπως.  

     Τότε τά ολίγα περισωθέντα λείψανα τών χωρίων τούτων άποστέλλουν, Κύριε Πρόεδρε, είς τον μακαρίτην πατέρα μου ένα τών προκρίτων καί εν όνόμάτι τω Θεού, τω ζητούσι νά σπεύση προς βοήθειαν των διά νά σωθώσιν ή ν’ άποθάνωσι μετ’ αυτόν. 'Ο μακαρίτης πατήρ μου άναθέτει τότε την πολιορκίαν τής Χαλκίδος εις τον Καπετάν Διαμαντήν, "Ολύμπιον, ρίπτεται εις Θετταλομαγνησίαν, άπαντά τους εις το Νησίον Άλατά 380 ’Οθωμανούς καί, μετά 48 ωρών πολύκροτον μάχην, άλλους διαπερά εκ τού ξίφους και καίει τούς λοιπούς εντός των όχυρωμάτων των. ’Επέρχεται τότε προσεκτικώς απέναντι τού μανιώδους Άλόπασσα καί οχυρώνεται έμπροσθεν του μετά 400 στρατιωτών, ενώ οι λοιποί οπαδοί του καλύπτονται εις παρακείμενον δάσος. 'Ο άλαζών Άλόπασας, βλέπων ολίγους τούς εναντίους του, επιπίπτει κατά τού οχυρώματος τού πατρός μου μετά δυνάμεως παμπληθούς, αλλά τον δέχεται με χάλαζαν πυράς ο πατήρ μου καί έφορμούν οι εκ τού δάσους όπλίται του, μετά τινας δε ώρας δεν έβλεπες εί μή στρατόν ολόκληρον φονευμένον, διότι καί αξιωματικοί καί στρατιώται καί αυτός ό πασάς ευρον εκεί το όνειδος καί τον τάφον, ενώ περιήλθον εις χείρας μας ή πυρίτις, τα πυροβόλα καί το ταμείον το εχθρικόν. Δύναμαι δε να καυχηθώ, Κύριοι, ότι ο ειρημένος πασάς είναι ο μόνος, όστις καθ’ όλην την Στερεάν εφονεύθη, καί τούτου μάρτυρας προκαλώ όλους τής Στερεάς τούς άγωνιστάς. Τότε ο πολυμήχανος Κιουταχής, πνέων εκδίκησιν καί σφαγήν, προσβάλλει τα εις το Τρίκκερι οχυρώματά μας, τό υπό τον αντιπρόσωπον τού πατρός μον Κωνσταντίνον Δουμπιώτην. Άλλ’  ο πατήρ μου έπιβάς εις τις λέμβους, φθάνει ύπόπτερος εις επικουρίαν καί μετά μάχην αιματηρόν φονεύεται ο αρχηγός τών Αλβανών Κοστέρφ-μπέης, πληγώνεται καιρίως ό έτερος αρχηγός των Σουλιχτόρ-Πόδας, καί ο Κιουταχής, άφίνων όπισθεν τον πλήθος νεκρών, άποσύρεται εις την θέσιν Ράδια, όπου στρατοπεδεύει καί όχυρούται προς άσφάλειαν. ’Ενώ δε εις την θέσιν εκείνην εξακολουθεί επί εξ μήνας ο πόλεμος καί οί εχθροί προσβάλλονται εις τά οχυρώματά των, φθάνει εξαίφνης ή αγγελία, ότι στόλος πολυπληθής εκπλέει κατά τών Βορείων νήσων υπό τον έγνωσμένον Τοπάλ-πασάν. Εις την περίστασιν ταυτήν προσκληθείς ό πατήρ μου υπό τής Δημογεροντίας Σκοπέλου καί Σκιάθου, ίνα προκινδυνεύση τών νήσων, συνήψε την έξης μετά τού Κιουταχή συνθήκην : α) Να άποσυρθή ο Κιουταχής καί τό στρατεύματά του άφ’ όλης τής Θετταλομαγνησίας β) εις μεν τα 24 χωρία νά μείνη αρχηγός ο Μήτρος Βασδέκης, εις την ’Επαρχίαν Άγιάς καί Κισσάβου ο Μήτρος Λιακόπουλος, εις δε την τοϋ Αλμυρού καί Βελεστίνου ο Βελέντζας, καί γ) νά δύναται ο Κιουταχής να διορίση ένα καί μόνον Τούρκον εις Τρίκκερι, τον Ταΐρ-άγαν. Μετά την έκτέλεσιν τής συνθήκης ταύτης, προσπλέει ήδη ο οθωμανικός στόλος εις Σκιάθον καί είναι έτοιμος να φέρη την καταστροφήν καί αιχμαλωσίαν.  Ό μακαρίτης πατήρ μου, δέν χάνει τότε ούδε στιγμήν, ορμά ύπόπτερος εις την Σκιάθον, καί, άπαντών τούς άποβάντας εχθρούς, κρατεί αιματηρόν μάχην, καί άλλους μεν φονεύει αγεληδόν, άλλους αιχμαλωτίζει, καί άλλους θαλασσώνει διώκων, ενώ ενώπιον του φεύγει ο στόλος περιδεής...

      Έκ τούτου, Κύριε Πρόεδρε, το ηρωικόν αυτό όπλον έχοντες υπ όψιν οι περιώνυμοι της "Υδρας, έκάλεσαν διά των εντίμων προκρίτων καί συναινέσει τής Κυβερνήσεως ώς γενικόν Φρούραρχον τής νήσου των τον πατέρα μου, καί δίς ό μακαρίτης πατήρ μου έλαβε την τιμήν νά περιφρούρηση την ηρωικήν εκείνην νήσον εις περιστάσεις κρίσιμους. Μάρτυρας των λόγων μου επικαλούμαι τούς επιζώντας τής "Υδρας άγωνιστάς...

       Πώς δε νά περιγράψω, Κύριε Πρόεδρε, τάς εις Κομπότι, Πέτα, Πλάκα και καθ’ όλην τήν Εύβοιαν μάχας αυτού, όπου τοσάκις άντήχησεν εντίμως το όνομά του, καί τοσαύτα διέπραξεν έργα ηρωισμόν καί φιλοπατρίας; Όχι. Δεν θέλω άπασχολήσει δι αυτών το Σεβαστόν τούτο σώμα, ουδέ δύναμαι νά περιγράψω έργα άνήκοντα εις τήν Ιστορίαν. Ό βίος του αειμνήστου Καρατάσου, ώς ό βίος τών πρωταγωνιστών όλων, είναι, Κύριοι, ο βίος καί οι θρίαμβοι τής άναγεννηθείσης "Ελλάδος, καί διά τούτο αρκούμαι νά είπω ότι δεν είναι ίσως μάχη ή θέσις ένδοξος τού άγώνος, όπου νά μην άκούης : «Τα ταμπούρια τού Καρατάσου».

        Άλλ’ ή Δυτική καί Ανατολική ’Ελλάς, Κύριε Πρόεδρε, δεν υπήρξαν μόναι το στάδιον τών θυσιών καί αγώνων του. Εις έν καί μόνον άποβλέπων, το προς τήν πίστιν καί τήν πατρίδα καθήκον του, ό μακαρίτης πατήρ μου, έσπευσε να προσφέρη το αίμα του καί εις τήν ένδοξον Πελοπόννησον, καί δεν είναι μάχη ή κίνδυνος, εις ήν δεν παρευρέθη ώς άρχηγός, εις ήν δεν εκινδύνευσεν ώς στρατιώτης. "Οτε δέ ό άλαζών Ιμβραϊμης, διήρχετο εν λόγχη πυκνή καί συνεσωματώθη εις το Νεόκαστρον, καί ήτον πυρ καί θάνατος ή διάβασίς του, ο μακαρίτης πατήρ μου υπόδακρυς προέταξε τά στήθη του εις Σχοινόλακκα καί, κτυπών καί κτυπούμενος πανταχόθεν, «’Ελευθερία ή θάνατος»  επεφώνησε  καί ξιφήρης ριπτόμενος κατά τών εχθρών έθεσε τήν σημαίαν εις λύθρον αίματος καί θριάμβου, ενώ ή έφευγον πανταχόθεν ή έπιπτον νεκροί οί δαίμονες τής Αίγυπτου!...    

      Μετά τούτο, κατά το 1827, ότε το ένδοξον Μεσολόγγι δεν ύπήρχεν, ότε εις τάς ηρωικός ’Αθήνας έκυμάτιζεν ή ημισέληνος τών εχθρών, ότε δ φοβερός Κιουταχής επλημμύρισεν όλην τήν Ρούμελην καί κατέκαυσε καί τήν τελευταίαν αυτής κωμόπολιν, τα Μέγαρα, ότε ο αλαζών ’Iμβραίμης επυρπόλει τάς χώρας τής Πελοπόννησου καί έφθασε καί μέχρι τών Μύλων εις τά πρόθυρα τού Ναυπλίου, ή τότε Κυβέρνησις έπεμψεν αντιπρόσωπον, πληρεξούσιον, τον έντιμον νυν γερουσιαστήν Άδάμ Δούκαν, δίδουσα υπό τήν διεύθυνσίν του τούς αοιδίμους άρχηγούς Νικόλαον Κριεζώτην καί Βάσον Μαυροβουνιώτην, ίνα, ελθόντες εις τάς Βορείους νήσους, εύρωσι τον αείμνηστον πατέρα μου καί οί τρεις ομού συμπράξωσιν εις βλάβην τού εχθρού τής Πατρίδας. Συσκέψεως τότε γενομένης, άπεφασίσθη νά κτυπήσωσι τους εχθρούς είς Θετταλομαγνησίαν, ο δε Άδάμ Δούκας έφερε προς τούς άλλους, διαταγή τής Κυβερνήσεως, και πλοία τινά των γενναίων Ψαρριανών.

      Τότε ό πασάς τής Λαρίσης, μαθών ταύτα, έπεμψεν είς Θετταλομαγνησίαν υπέρ τούς τρισχιλίους Όθωμανούς υπό την οδηγίαν τον Νούρκα Σέρβιανη καί άλλων οπλαρχηγών, είς δε την θέσιν Παλαιά Παναγιά καί Ράδια έγινε πεισματωδεστάτη μάχη, όπου ολίγοι ’Οθωμανοί έμειναν, ίνα επιστρέφοντες αναγγείλουν είς τον κυριάρχον των την φοβέραν ήτταν των, οί δε άρχηγοί, οί οπλαρχηγοί, αί σημαίαι, τα πάντα, καί πλήθος λαφύρων, έμειναν είς χειρας των ήμετέρων.

     Μετ’  όλίγας ημέρας οί μεν Ν. Κριεζώτης, Βάσος Μαυροβουνιώτης και  Άδάμ Δούκας επέστρεψαν είς Κέαν καί Σαλαμίνα, όπου είχε διαδοθή ότι έρχεται ό άείμνηστος Κυβερνήτης, ό δε πατήρ μου έμεινε καί πάλιν με τα στρατεύματά του Αρχηγός τής θέσεως.

     Κατά τα τέλη ’Ιανουάριου 1828 έφτασε καί ο περιμενόμένος Κυβερνήτης τής 'Ελλάδος, καί επειδή ό Αρχιστράτηγος Γκενεράλ-Ζούρτζ, πολιορκών τότε την Βόνιτσαν, είχεν ανάγκην πλοίων διά τον Άμβρακικόν κόλπον, σταλθείς τότε ό Αρχιναύαρχος  Άνδρέας Μιαούλης προς τον πατέρα μου, έλαβε παρ’ αυτόν τά δύο ιδιόκτητα πλοία του, ύπεχρέωσε δε καί τούς υπό την οδηγίαν του νά παραδώσωσι καί τά ιδικά των, τα όποια εστάλησαν είς τον εν Βονίτση Αρχιστράτηγον διά του Αντιναυάρχου Αντωνίου Κριεζή, όστις διέβη, πολέμων καί πολεμούμενος, διά των φρουρίων Πρεβέζης καί Προύντης  είς τον Άμβρακικόν κόλπον. Μάρτυρας των λόγων μου επικαλούμαι τον αρχιστράτηγον Ζούρτζ, τον Αντιναύαρχον Αντώνιον Κριεζήν, καί τόσους άλλους Ανωτέρους Αξιωματικούς.

     Τοιουτοτρόπως, ενώ ό Αγών έπερατώθη τά 1829, ό πατήρ μου διήλθεν απ’ αρχής μέχρι τέλους όλας αύτού τάς περιπέτειας ώς Γενικός Αρχηγός, καί, φέρων πάντοτε τάς πλέον ίεράς αναμνήσεις, απέθανε την 22 ’Ιανουάριου11 1830.

    "Ολα ταύτα, Κύριε Πρόεδρε, Αν διεγράφησαν με τον χρόνον, καί ώς οί αυτουργοί των ερρίφθησαν είς την λήθην, δεν είναι, όχι, μά τά παθήματα τον Αγώνος, δεν είναι μύθοι κενοί, ούτε ύπερβολαί λόγων. ”Αν δε άσθενώς μόνον καί εν όλίγοις τά περιέλαβον διά τής παρούσης, πολύ εύγλωττότερον τά διαβεβαιούν άλλοι, είς ούς όφείλομεν καί σέβας καί θαυμασμόν, καί οϊτινες καλούνται Ζαΐμης, Κουντουριώτης, Μαυρομιχάλης, Βότζαρης,Κολοκοτρώνης κ.τ.λ.Τα πιστοποιητικά λοιπόν τοιούτων περιδόξων άνδρών, υποβάλλω ενώπιον ''Υμών, Κύριοι, καί εις τους υιούς αυτών άπόκειται νά ειπωσιν ήδη αν εκτελοϋν την πάτριον διαθήκην και άν αναγνωρίζουν την πιστοποίησιν των πάτερων των. Καθ’ όλην δε την πολυστένακτον αυτήν σειράν τών κινδύνων, εις όλον τον κυματισμόν τοιούτων πράξεων καί αγώνων, ό εύσεβάστως υποφαινόμενος παράπλευρος αείποτε τού πατρός μου, δέν είναι, Κύριε Πρόεδρε, αγών ή κίνδυνος, όν δεν συνεμερίσθην μαζί του, δεν είναι συμφορά, ήν δεν ύπέστην πλησίον αυτόυ, ουδέ δοκιμασία, ήν δεν διήλθομεν εκ τον ίσου, διότι το αυτό σύνθημα, ή εγερσις τής Πατρίδος, ήτον το σύνθημα όλων, καί σφαγαί καί αίχμαλωσίαι καί στέρησις υπαρχόντων το καθήκον έκάστου.

     Ή εκ νεκρών άνάστασις τών εθνών, απαιτεί, ώς δεν αγνοείτε, Κύριοι, ού μόνον ποταμούς αιμάτων μαρτυρικών, άλλά καί καταστροφές πόλεων καί εμπρησμούς οικιών καί εξόντωσιν υπαρχόντων καί εν γένει πάσαν θυσίαν άτομικήν, διά νά ελθη ή επιούσα γενεά νά πνεύση την ζωήν επί τών ερειπίων τής παρελθούσης. Τήν στερεόν ταύτην αλήθειαν δεν ήδύνατο νά άγνοή ή 'Ελλάς τού 1821, καί διά τούτο όλαι κατά σειράν αι ’Εθνικοί Συνελεύσεις, βλέπουσαι, Κύριοι, ότι κατά τήν εναγώνιον πάλην εκείνην ού μόνον εκαλείτο ό "Ελλην εις φόρον αίματος καί θανάτου, άλλ’ έπρεπε νά κλαύση τήν σφαγήν ή τήν άτίμωσιν τώ οικείων του, νά ίδη καιομένας τάς πόλεις του, τά κτήματά του καταστρεφόμενα καί εις βάραθρον  χαϊνον νά καταρρεύσωσι τά πλούτη, αι οίκίαι, τά αγαθά του, καί γυμνός καί άνέστιος νά εξέλθη τού χάους εκείνου με το προνόμιον τού αλήτου καί μίαν δάφνην όδυνηράν. Αυτά βλέπουσαι, Κύριοι, αι κατά καιρούς ’Εθνικοί Συνελεύσεις μια φωνή άνεκήρυξαν όλαι ότι εις πάντας τούς υπέρ τοϋ άγώνος μόχθησαντας άμα τή σωτηρία τοϋ "Εθνους, θέλει δοθή ανάλογος τών έργων των αμοιβή, καί τούτο διά νά εύρωσι καν εν στρέμμα γής νά θρέψουν τήν δυστυχίαν των, ολίγον θλιβερόν χώμα νά κρύψουν τά γυμνά κόκκαλά των. Τά κήρυγμα τούτο τών ’Εθνικών Συνελεύσεων είναι, Κύριοι, συμβόλαιον 'Ιερόν, εις το όποιον εγγυητής εγράφη το ”Εθνος, καί έπισφράγισις είναι τά αίματα τών μαρτύρων. 'Ο αναβάλλων λοιπόν τοιούτο συμβόλαιον, διαψεύδει το ’Έθνος καί επί τής οδύνης λιμοκτονούντων άγωνιστών καταδικάζει το παρελθόν καί το μέλλον. Έκ τούτου καί ή εν Άθήναις επελθούσα Συνέλευσις, πρώτον αυτής ανέγραψε ψήφισμα τήν αμοιβήν τών αγωνιστών καί, επιβεβαιούσα τά υπό τών Συνελεύσεων όλων ψηφισθέντα, έκήρυξεν ότι δεν λησμονεί το ’Έθνος τάς ημέρας εκείνας τών θυσιών καί άγώνων, καί εν καθήκον αισθάνεται, τήν εκπλήρωσιν τών ιερών του υποχρεώσεων...

     Aί υποσχέσεις αύται δεν ήσαν -όχι- τά ελατήρια, ένεκα τών οποίων ερρίφθη είς τάς φλόγας ό "Ελλην καί, όταν από τον Ταΰγετον μέχρι τον Αίμου, ολόκληρος φυλή άπέθνησκε μαχομένη, όταν Κασσάνδρα και Νάουσα ελούοντο είς το αίμα καί άναπέτα πυρίφλεκτον το "Αγιον Μεσολόγγι, με τάς ίεράς εκείνας ημέρας, εν είχε σύνθημα έκαστος, τον θούριον τού Φεραίου, μίαν άξίωσιν αμοιβής, την ελευθέρωσιν τής Πατρίδος!... Καί όταν θυσιάζη τις καί πλούτη καί τέκνα, όταν άρνήται το ενεστώς καί δίδη προσφοράν την ζωήν τον, δεν εμπορεύεται αντί τούτων μελλούσας άμοιβάς άμφιβόλους... Έκ τούτον, Κύριοι, ίδέτε εκ των μεγάλων εκείνων άνδρών άγωνιστων, οί μεν άπέθανον επί ψάθης, καί δημοσία δαπάνη τούς επρομήθευσαν τον λίβανον τής κηδείας, οί δε άπήλθον είς τάς εστίας των, μή καταρώμενοι την ελευθερίαν, άλλοι δέ κείνται είς άγνωστα μνήματα με ένα παρήγορον βόλι είς την καρδίαν, καί κυρτοί μόνον καί άστεγοι περισωζόμεθα που ολίγοι έτι άγωνισταί, το δάκρυ πνίγοντες άγερώχως, άλλα άποθνήσκοντες έκ τής πείνης! Σπεύσατε, Κύριοι, Σπεύσατε! Μετ’ ού πολύ δεν θέλομεν πνέει ουδ’ αυτήν τής Πατρίδος την αύραν καί άντί τον οβολού τής κηδείας, δότε μας καν τον οβολόν ξηρού άρτου ! Αυτό σάς υπαγορεύει το δίκαιον, αυτό σάς επιβάλλει το ’Έθνος, καί ή καρδία Σας...

    Τιμή, ζωή, περιουσία, ιδού νομίζω, Κύριοι, ή πολυτιμοτέρα τριάς του άνθρωπου, καί όλα ταύτα προσέφερεν ο πατήρ μου είς τον βωμόν τής Πατρίδος... Τιμή; Καί πού είναι σύζυγος ή αί θυγατέρες αυτού, τάς οποίας ώς σπλάγχνα του άποσπώντες έσυραν οί εχθροί είς όνειδος καί δουλείαν; Περιουσία ; Καί πού είναι οί θησαυροί, τα ποίμνια, ολόκληροι συνοικίαι καί κτήματα, άφ’ ών άπεκδυθείς ό πατήρ μου κατέβη είς τον στρόβιλον βασάνων καί δυστυχίας; Ζωή; Καί δεν εθρήνησε πεντήκοντα οικείους του φονευθέντας; Καί δεν αίμάτωσεν ή ψυχή του είς την απώλειαν πέντε ηρωικών τέκνων του; Καί δεν προσέφερεν έτι τοσάκις την ζωήν του ώς τελευταίαν θυσίαν καί προσφοράν; Τί άλλο τω ελλείπετο πλέον; Μία ισχνή καί πολυδάκρυτος ύπαρξις καί ταύτην τήν εκύβευσε χιλιάκις, άλλ’, ή σκληρόν ή εύσπλαχνον, δεν τον άνέπαυσεν ένα βόλι. Ναι, Κύριοι, ως οί μεγαλουργοί καί περιώνυμοι πατέρες υμών άνέκραξαν «είς τά όπλα»  καί Πελοπόννησος καί Στερεά καί Νήσοι, ήγέρθησαν εις τήν κλήσιν των, καί ό αείμνηστος πατήρ μου ήγειρεν ώς αυτοί ολόκληρον τήν Μακεδονίαν, αίρων τον σταυρόν είς τους ώμους, προσέφερεν ώς εκείνοι ό,τι πολύτιμον κρατεί τον άνθρωπον είς τον κόσμον, καί τάς θυσίας ταύτας άντεζύγησε μόνον τον όλεθρον τών εχθρών, κομίζων εις το μνήμα ώς μόνην αμοιβήν τήν πενίαν... Τοιούτοι μάρτυρες τού Χριστού, τοιούτοι άθληταί παθημάτων, οί Μωϋσεϊς αυτοί ενός  Έθνους, είπέτε, Κύριοι, δεν είναι άξιοι τού Σεβασμού τής Πατρίδος, καί αν δεν τούς όφείλωνται ανδριάντες, δεν τούς ανήκει καν ό άρτος ό ξηρός τού ελέους;

      Άλλ’ εν μέσω της συναισθήσεως ταύτης ευρίσκει τις την παρηγοριάν, ότι τινά των εύγενών τούτων ονομάτων δεν παρελείφθησαν εντελώς και αι φωναί των Εθνοσυνελεύσεων είσηκούσθησαν υπέρ ενός τουλάχιστον Καραΐσκου, υπέρ ενός μεγαλουργού Βότζαρη, υπέρ τον περιδόξου Ζαΐμη, υπέρ τού πατριάρχου τού άγώνος μας Κουντουριώτου, υπέρ τού ημιθέου Μιαούλη, υπέρ των Μαυρομιχαλαίων, τού Γιατράκου και άλλων. Τις νά μην χύνη, Κύριοι, ευγνωμοσύνης εθνικής δάκρυα, βλέπων ότι εις τάς ενδόξους ταύτας οικίας εδόθησαν άνά 1000 τουλάχιστον στρέμματα γης, διά νά δοθή μέρος δικαιοσύνης εις τούς υιούς, άνθ’ ών εθυσίασαν οι πατέρες;  Άλλ’ ή δικαιοσύνη αύτη οφείλεται άρα και εις τον γηραιόν Καρατάσον; Τα άθλα καί αι θυσίαι αυτού άναγνωρίζονται ως των άλλων ή, άντί πλούτου καί αίματος, προσέφερεν εύχάς εις το Έθνος καί ή φωνή των Εθνοσυνελεύσεων πρέπει νά βωβαθή δι αυτόν και νά διαγραφή ώς παρίου το όνομα, αί πράξεις καί το μνημείον ίσως αυτού;  Το ζήτημα τούτο, Κύριοι, υποβάλλω εις την κρίσιν ύμών, και εις υμάς άπόκειται νά δικάσητε, αν εις συναθλητής των πατέρων Σας, εις δηλαδή πατήρ Σας, πρέπει νά άποκλεισθή τής μερίδος του, καί νά διαγραφή ώς αλλόφυλος. Θέσατε τήν δεξιάν εις το στήθος καί αποφασίσατε, Κύριοι... ’Άν αι θυσίαι καί τα παθήματα τού Πατρός μου άναγνωρίζωνται, αν οι αγώνες καί κίνδυνοί μας δεν είναι όνειρα, άν μετά τόσους πόνους λαμβάνω σήμερον ό,τι είς Γραμματεύς Υπουργείου και με 250 δραχμάς ζητώ νά συντηρήσω υιούς ή να άποκαταστήσω τάς θυγατέρας μου, άv αι άλήθειαι αύται αναγνωρίζονται, δότε τήν αναλογίαν μου, Κύριοι, δότε καί εις έμε 1000 πολυπαθή στρέμματα γης, διά νά ασφαλίσω τον άρτον τών τέκνων μου, πριν κλείσω μετ’ ολίγον τούς οφθαλμούς...Δότε με, Κύριοι, τήν άποκατάστασιν ταύτην επ’ όνόματι τού δικαίου, δότε μέ την εν όνόματι τών ’Εθνικών Συνελεύσεων δότε μέ την έv ονόματι τής Πατρίδος και τής τιμής της, δότε μέ την εν ονόματι τού Θεού, διότι Πατρίς καί δίκαιον, εστίν ο Θεός... ’Άν δ’ οχι, είπέτε το, Κύριοι, άλλ’ είπέτε το πλέον "μακράν ημών Καρατάσε δεν έχεις το δικαίωμα είς τήν ευγνωμοσύνην τού έθνους" διά νά λάβω καν μίαν άπόφασιν καί, ευλογών το άνομα τής Πατρίδος, νά θάψω είς γωνίαν τινά τούς πόνους καί τάς θυσίας μας.

'Ο ευπειθής

Δημήτριος Τζάμης Καρατάσος


Υ.Γ Δευτερότοκος γιος του πανέλληνα αγωνιστή Τάσου Καρατάσου, ο Δημήτριος Τσάμης Καρατάσος, πολέμησε μαζί με τον πατέρα του σε πολλές μάχες με σκοπό την αποτίναξη της οθωμανικής επικυριαρχίας.Ο Τσάμης, κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο το 1854, σε ώριμη ηλικία, υποκίνησε πάλι σε επανάσταση τη Μακεδονία, και αποβιβάσθηκε στη Χαλκιδική όπου νίκησε τους Τούρκους, αλλά η επανάσταση, απέτυχε. Έπειτα, με όνειρο την απελευθέρωση της Μακεδονίας και εκδίωξη των Τούρκων από την Ευρώπη, περιόδευσε στην Ιταλία (1859-1861) και στις Σέρβικες κοινότητες της Τεργέστης και σχεδίασε ακόμη και συνασπισμό των Βαλκανικών κρατών. Διερχόμενος όμως από το Βελιγράδι, για να υπογράψει την πρώτη επίσημη συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες, με έγριση του Όθωνα,  νόσησε (πιθανόν από κάποια αρρώστια) και πέθανε εκεί τον Οκτώβριο του 1861. Επί του τάφου του, ανεγέρθηκε λαμπρό μνημείο. Το 1933 έγινε ανακομιδή των οστών του στη Βέροια.

Τα τελευταία λόγια του Τσάμη προς τον γιο του Αναστάσιο, αξιωματικό του τακτικού στρατού, πριν πεθάνει εις την ξένη γη (Βελιγράδι) ήταν:«’Αποθνήσκω, υιέ μου, έπί τής κλίνης, ένω ηύχόμην αείποτε νά πέσω έπί τοϋ πεδίου τής μάχης. Ναί, αποθνήσκω πριν ή ίδω τήν γενέτειράν μου Μακεδονίαν έλευθέραν, ύπέρ ής καί οί προπάτορες μας καί ό πάππος σου καί έγώ ήγωνίσθημεν. Σου κληροδοτώ τό αύτό τής φιλοπατρίας αίσθημα. Άφες τα όστά μου πλησίον ηρώων, πλησίον του Ρήγα Φεραίου, άπελθε σύ είς τήν Ελλάδα, παρηγόρησον τήν τεθλιμμένην μητέρα σου, γενού πατήρ είς τούς ανηλίκους αδελφούς σου, πρόσφερε τον τελευταίον άσπασμόν είς τούς φίλους μου καί, ενόσω ή πατρίς μας είναι δούλη, μή μετακινήσης έντεύθεν τήν κόνιν μου. "Οταν δέ ή πατρίς μας Μακεδονία άνακτήση τήν έλευθερίαν της, τότε, έκπληρών ιερόν καθήκον, μετακόμισον τά όστά μου καί τα όστά τού έν Ναυπάκτω τεθαμμένου πάππου σου καί έναπόθεσον αύτά είς τόν κοινόν τάφον τών προγόνων μας».

  

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις