Σελίδες

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

 

Άγιος Κήρυκος και Ιουλίτη

                                                                                   


Τη μητέρα του βαστώντας απ’ το χέρι,  παιδομάρτυρας απ’ τη γη της Κιλικίας, στον τόπο μας έφτασε εδώ και αιώνες, σε πύρινη άμαξα. Οι αποσκευές του καλά στοιβαγμένες, μέσα στη χαρά του θανάτου του. Φτωχικό, αιματοβαμμένο χιτώνιο και το στεφάνι της αθανασίας στο κεφάλι του. Άγια κειμήλια των παιδικών του χρόνων. Τη μονιά του έκρυψε μέσα στις ελιές. Μικρός αδελφός των πουλιών. Καρδούλα, που χωρά στο κοχύλι της ερημιάς του. Στους αδύναμους παιδικούς του ώμους, βαριά, ατάραχα λιθάρια κουβαλάει· άγια κόκαλα  ενός εξοχικού νεκροταφείου.

Μεγάλωσε πια με τον καιρό. Στο κατώφλι της πόρτας του καθισμένος, τρέχει, σαν ακούσει τ’ όνομά του. Έφηβος,  με μια ευκινησία θαυμαστή,  είναι πάντα παρών εκεί που δεν είναι, όταν κάποιος τον επικαλεστεί. Οι μέρες του μυρίζουν βροχή και λιοπύρι, αφρόσκονη της θάλασσας και χαμομήλι, αρχαία τέφρα και πέτρινη σιωπή. 

Ανήμερα στη γιορτή του, στο ξωκλήσι του, η  μορφή του ωραία σαν καλοκαιριάτικο πρωινό. Ψαλμοί του Δαυίδ ανακατεμένοι με λιβάνι, περνούν απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κι ενώνονται με τ’ αποτύπωμα της αρχαίας μας ψυχής, -πριν τους καταπιεί το πρωινό αεράκι.  

Ταπεινοί συμμέτοχοι στη θεία συναυλία των ύμνων με τη φύση και τον χρόνο, τον μικρό Κηρύκο αναγορεύουμε σε πρεσβευτή της ευσπλαχνίας των ουρανών· κι αυτός γίνεται τότε μονομιάς, συμπαραστάτης, ευεργέτης μας και φίλος.


Πηγή: Το είδωλο της γης μου  

 

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

 

Επεισόδια ανασφάλειας στον καιρό της Ασφάλειας.

 

Υπήρχε κάποια επάρατη εποχή σ΄αυτή τη χώρα, όπου ο γύψος είχε φτάσει στα ύψη πρωτοφανούς ζήτησης και η τιμή του έπαιζε στο χρηματιστήριο Αθηνών. Όλα ήταν γυψωμένα και όλα ήταν υπό καθεστώς  αυστηράς επιτήρησης. Το κράτος όμως έπαιρνε όλα τα μέτρα για την φροντίδα και την ασφάλεια των υπηκόων του. Ο κομμουνιστικός ιός αρκετά μεταδοτικός, με μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας, ιδίως στα ξερονήσια του Αιγαίου, καταπολεμείτο με βότανα και φαρμακευτικές συνταγές του μεσαίωνα.  Η φάλαγγα, το ρετσινόλαδο, οι παγοκολόνες, τα καλούπια από γύψο (πρόγονοι των σημερινών γυψοσανίδων), ήταν τα πιο συνηθισμένα. Που να βρεις τότε  μπόλια να σε πιάσουνε με το πρώτο ή έστω με το δεύτερο ή τρίτο; Κάποιο, τέλος πάντων, και να γυρίσεις 180ο μοίρες ιδεολογία.  

Όλα ήταν ύποπτα, όπως τώρα, μόνο που οι συνομωσιολόγοι  ήταν στις τάξεις του κράτους, ενώ σήμερα είναι στις τάξεις του λαού. Αυτός ήταν ο λόγος που όλα πήγαιναν τότε κατ’ ευχήν.  Οι νυχτερινές κινήσεις, πάντα ήταν ύποπτες. Τα σκουπίδια π.χ ποτέ δεν τα πετάγαμε τα βράδια. Ήταν ένας κανόνας ασφαλείας που τηρείτο απαρέκλητα. Αν ένα βράδυ, κατά λάθος  ή για αντιστασιακούς λόγους έβγαζες  τα σκουπίδια, κτυπούσε συναγερμό ο ρουφιάνος της πολυκατοικίας ή της γειτονιάς. Έφτανε η αστυνομία, σε χρόνο ρεκόρ Γκίνες και σε μπαγλάρωνε για το τμήμα, όπου έπρεπε να δώσεις διευκρινήσεις. Αν έλεγες ότι κατέβηκες για να κατουρήσεις, γιατί είχε χαλάσει το καζανάκι και με την ευκαιρία πέταξες και τα σκουπίδια, σου έστελναν υδραυλικό για διαπίστωση. Αν ήταν αλήθεια, σου έφτιαχνε το καζανάκι και σου έδινε και απόδειξη. Που να πάρεις σήμερα απόδειξη από υδραυλικό. Σε αντίθετη περίπτωση, παρουσιαζόσουν κάθε δεύτερη μέρα στο τμήμα της περιοχής σου, για αόριστο διάστημα. Μιλάμε το κράτος δούλευε ρολόι, με υποδειγματική αφοσίωση στο εθνοσωτήριο έργο που είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας στα πλαίσια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από τους αναρχοκομμουνιστάς.  Κάθε εποχή, το κάθε κράτος έχει τις δικές του ανασφάλειες και τις δικές του σκοτούρες. Τότε, έκτος από το γνωστό σλόγκαν «κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο» ίσχυε ότι κάθε περίπτερο και κάθε πολυκατοικία είχε το ρουφιάνο του. Φυσικά ο περιπτεράς στο περίπτερο και ο θυρωρός στην πολυκατοικία. Το κράτος, ήταν σε διαρκή ετοιμότητα. Μάτια κι αυτιά τσιτωμένα, όχι γουρλωμένα. Ο Γ. Παπαδόπουλος κοιμόταν με τις αρβύλες του, τρεις φορές τη βδομάδα και μια φορά τον μήνα βάραγε γερμανικό νούμερο στο Δ φυλάκιο του Πεντάγωνου, ενώ σήμερα όλοι ασκούν πολιτική του φερεφώνου.

Αν φόραγες κόκκινη γραβάτα, ήσουν ύποπτος  και το καθεστώς σε έθετε υπό παρακολούθηση. Αυτό τελικά μπορεί να σου έβγαινε σε καλό. Αργότερα με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αν είχες δυο μάρτυρες για το χρώμα της γραβάτας, έπαιρνες σύνταξη εθνικής αντίστασης χωρίς κρατήσεις ΙΚΑ και μπορεί να έβγαινες και βουλευτής με το ΚΚΕ. Πράσινες δεν κυκλοφορούσαν. Πράσινες ήταν μόνο οι πιπεριές. Κόκκινες ή μπλέ. Οι κόκκινες ήταν σκόπιμα για παγίδα. Για κόκκινα ρούχα, ούτε που το συζητάγαμε. Αν κατά λάθος, σου έστελνε η θεία σου από την Αμερική κανένα κόκκινο πουκάμισο φτιαγμένο στην Κίνα και στο πιάνανε στο τελωνείο, "την είχες βάψει". Ακόμη και τα κόκκινα στυλό στο δημόσιο, είχαν καταργηθεί.

Το κόκκινο γενικά ερέθιζε τις αισθήσεις της εξουσίας. Ιδίως την όσφρηση, γιατί οι περισσότεροι καθεστωτικοί φορούσαν για υπηρεσιακούς λόγους, μαύρα γυαλιά. Τώρα πως μυρίζονταν το κόκκινο χωρίς να το βλέπουν, ήταν κρατικό μυστικό. Το μακρύ μαλλί, ήταν το «κόκκινο πανί» που ερέθιζε τον μινώταυρο της ασφάλειας. Ο σχολικός μινώταυρος, τρέφονταν κυρίως με νεανικά ακούρευτα κεφάλια. Αν  είχες και μούσι, σε κατάπινε αμάσητο. Το επιχείρημα ότι και ο Κολοκοτρώνης είχε μακριά μαλλιά, δεν έπιανε, γιατί τότε δεν υπήρχαν κομμωτήρια. Έπειτα τι θράσος, είχες εσύ να συγκρίνεσαι με τον Κολοκοτρώνη; Μόνο το «μαλλί της γριάς» ήταν νόμιμο και πουλιόνταν μια δραχμή η τούφα. Τα κουρεμένα κεφάλια, τα έβαζαν γλόμπους τα χειμωνιάτικα βράδια στις πλατείες, όταν κόβονταν το ρεύμα. Λύσεις πρακτικές και οικονομικές.

Ο θόρυβος επίσης, ήταν ένα άλλο σοβαρό στοιχείο που ενοχλούσε την χούντα των συνταγματαρχών που πρόλαβε τη χούντα των στρατηγών. Δεν βαριέστε, χούντα νάχουμε, να νοιώθουμε ασφαλείς και ότι νάναι. Όχι όπως τώρα που έχουμε δημοκρατία και νοιώθουμε  ανασφαλή ασφάλεια ή ασφαλή ανασφάλεια.    

Οι ώρες κοινής ησυχίας, τηρούνταν επιμελώς. Mόνο τα μπουρδέλα  δούλευαν. Αν έπιαναν κάποιον πιτσιρικά να παίζει μπάσκετ, στις 2.31΄το μεσημέρι, τον έπαιρναν στο αστυνομικό τμήμα για αναγνώριση, του κοκκίνιζαν την καρτέλα και η μπάλα κατάσχονταν. Στη συνέχεια βέβαια, όλο και κάποιο παιδί αστυνομικού βολεύονταν στο τζάμπα. Ήταν από τα τυχερά του επαγγέλματος. Σήμερα, η αστυνομία αν την καλέσεις δεν έχει ούτε ποδήλατο, ούτε απαντάει και αν έρθει κατά λάθος, κερνά και τσιγάρο τον πιτσιρικά. Σπουδαία βήματα δημοκρατικότητας, ασύλληπτα για τη φαντασία μας τότε.  

Εκτός από τις ώρες κοινής ησυχίας, υπήρχαν και οι ώρες της κοινής ανησυχίας  που ίσχυαν μόνο για τα μπουζούκια. Σήμερα όλες οι ώρες είναι flat. Τότε τα μπουζούκια, ήταν στις δόξες τους. Το είχε πιάσει το νόημα από παλιά το γκουβέρνο. Δώσε γλέντι και φαΐ στον Έλληνα και άστον στη μακαριότητα της αναισθησίας του. Υπήρχε όμως  σ’ αυτούς τους χώρους ένα ύποπτο για το καθεστώς, είδος θορύβου  που έμοιαζε ως τρίτης  ποιότητος κρύσταλλο Βοημίας την ώρα που σπάζει. Το ζήτημα ήταν σοβαρό, η Βοημία ήταν σε κομμουνιστική χώρα, οι πληροφορίες  εξακριβωμένες και χρειάστηκε να επέμβει προσωπικά ο αρχηγός της επανάστασης, όστις επεσκέφθην  ένα ονομαστό κέντρο διασκεδάσεως της εποχής, εάν ενθυμούμαι καλώς την «Νεράιδα». Εις το νυχτομάγαζο αυτό, τα νυχτοκάματα ήταν μεγάλα και αφορολόγητα, όπως πάντα καλή ώρα. Ένα βράδυ λοιπόν, χωρίς να καταμετρήσει τας επιπτώσεις που θα είχε εις την εθνικήν ανασφάλεια και οικονομία η προαποφασισμένη παρέμβασή του, εισέβαλε αιφνιδίως κοστουμαρισμένος με γρίζο στρατιωτικό ύφος και αφού σάρωσε με το βλέμμα του ως  εκτυφλωτικός προβολέας  το πεδίο δράσης του εχθρού, κατέλαβε ένα  ύψωμα στα πρώτα τραπέζια-πίστα, μετά της δεσποίνης αυτού Δέσποινας και αναλώθηκε εις την εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση των δρώμενων, πίνοντας εμφιαλωμένο νερό Λουτρακίου. Εκείνη την ώρα, ένας βάρδος του μαγαζιού τραγουδούσε όλως συμπτωματικώς, το γνωστό αντιστασιακό τραγούδι «Ο Γιώργος είναι πονηρός». Ο απαστράπτων εκ της κραιπάλης και μέθης κόσμος της νύχτας, αφού στην αρχή αιφνιδιάστηκε από την απρόσμενη παρουσία του εθνικού ηγέτη, στη συνέχεια εν μεσώ πυκνού νέφους καπνών που λειτουργούσε ως προπέτασμα ανωνυμίας, διατελώντας εν πλήρη ευθυμία, -πράγμα που υποδήλωνε δήθεν την ανυπαρξία προβλημάτων και την πανευτυχή συνύπαρξη μετά του ηγέτη του, η παρουσία του οποίου προσέδιδε ένα είδος ειδικής ανασφάλειας στον περίγυρο,- άρχισε να δισκοβολεί πινάκια λευκού χρώματος που ευρίσκοντο σε στοίβες επί των εδράνων διασκέδασης, σημαδεύοντας κυρίως τον φαβοριτοφόρο καλλιτέχνη που αποτελούσε τη φίρμα του καταστήματος. Ο αρχηγός παρατήρησε ότι η θυσία των  πινακιδίων από τους θαμώνες, χωρίς λόγο ή για κάποιο λόγο που δεν ήξερε το καθεστώς, ήταν ανάλογος του ανερχόμενου ενθουσιασμού των θαμώνων και αντιστρόφως. Ενώ δε, ήτο απορροφημένος εις τη σχολαστική παρατήρηση του φαινομένου, ένα εξ αυτών, σκοπίμως ή όχι, εξοστρακίστηκε της πορείας του και πέρασε ξυστά από το δεξί αυτί του, με ταχύτητα άνω των 70 χιλμ/h ξεπερνώντας τα κεκανονισμένα όρια ταχύτητας του ισχύοντος τότε ΚΟΚ. Έτσι,- αν και το γενικότερο θέαμα προσιδίαζε εις τας πολεμικάς αρετάς των Ελλήνων, οι οποίοι ακόμη και εν ειρήνη καθημερινώς προσεγγίζουν τον θάνατον, προκαλούντες αυτόν οπουδήποτε, (ιδίως εις την κατανάλωση ψεύτικων ειδήσεων)- εκτιμήθηκε ασκαρδαμυκτί, ότι έκτος από θορυβώδες, το εν λόγω μεταμεσονύκτιο έθιμο είχε αντ-επαναστατική χροιά και συνάμα ήτο βάρβαρο (οι βάρβαροι τότε θεωρούνταν αυτοί που έμεναν πάνω από την κόκκινη γραμμή των συνόρων). Αυτό, ήταν η αφορμή να αναχωρήσει πάραυτα ο αρχηγός, δια λόγους ασφαλείας, αλλά και διότι είχε επιβεβαιωθεί το τελούμενο  επ'  αυτοφώρω έγκλημα και είχε εξακριβωθεί η προέλευσις του θορύβου. Είχε καταλάβει, ότι εκεί ήταν το άνδρο της αντίστασης του ελληνικού λαού. Μια γιάφκα εύθυμων επαναστατών, επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια.Από την επαύριον, το εργοστάσιο των πιάτων έπαυσε την παραγωγή του και προέβη σε μαζικές απολύσεις εργαζομένων που ευτυχώς προσελήφθησαν τον επόμενο μήνα στον τομέα της χαρτοβιομηχανίας. Τι είχε γίνει; Τα πιάτα αντικαταστάθησαν με χάρτινες, πετσέτες.  Μάλιστα λένε, ότι τότε έκανε μεγάλο σουξέ και το γνωστό τραγούδι «χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά, αν με πίστευες λιγάκι, θάταν όλα αληθινά ». (Η συνέχεια στο επόμενο).

 

 

Τρίτη 13 Ιουλίου 2021


 

Σ' ένα εξπρές

 

         

 

Σκέφτηκες άραγε ποτές
σ’ ένα σταθμό, σ’ ένα εξπρές
πόσοι καημοί, πόσες χαρές
πόσες λαχτάρες.
Ένας πηγαίνει σε γιορτή
άλλος την πίκρα πάει να βρει
και οι τουρίστες στη γραμμή
με τις κιθάρες.

Είδες οι έρημοι σταθμοί
πώς σου ματώνουν την ψυχή
όταν απάνω στη γραμμή
πέφτει το βράδυ.
Ζούνε μονάχα μια στιγμή
ένα φανάρι, μια στολή
κι ύστερα πάλι η σιωπή
και το σκοτάδι.

Σκέφτηκες άραγε ποτές
όλες αυτές τις διαδρομές
σε ποιο σταθμό ήσουνα χθες
σε ποιο βαγόνι.
Σ’ ένα εξπρές είσαι κι εσύ
που τρέχει πάνω στη ζωή
κι όλο μαζεύει η γραμμή
όλο τελειώνει.

Ντούμος  Κυριάκος

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2021

 

Στη μνήμη της  Αγίας  Κυριακής 

Η Εκκλησία, λέγει ο οικουμενικός διδάσκαλος, άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος τιμά και εορτάζει τις μνήμες των αγίων, όχι για να πάρουν δόξα οι άγιοι, αλλά μάλλον για να δοξαστούν εκείνοι που τους τιμούν. Τί μπορεί περισσότερο να προστεθεί προς δόξα των αγίων, όταν ο βίος και το μαρτύριό τους είναι όλο μία δόξα; Όμως εκείνοι που τιμούν και ευφημούν τους αγίους, όχι μόνο αυτοί δοξάζονται, αλλά και προτρέπονται να ζηλέψουν και να μιμηθούν την αρετή των αγίων.

Να λοιπόν γιατί η Εκκλησία εορτάζει και τιμά τους αγίους της. Να γιατί σήμερα εορτάζουμε τη μνήμη της αγίας ένδοξου μεγαλομάρτυρος Κυριακής.

Δεν έχω βέβαια πρόθεση να διηγηθώ τώρα κατά πλάτος το βίο και την άθληση της αγίας Κυριακής. Νομίζω πως φτάνει να ξεχωρίσω και να επιμείνω σε δυο πολύ χαρακτηριστικά σημεία της αθλήσεώς της. Είναι ακριβώς εκείνα που μας δίνουν να εννοήσουμε, αλλά και να ζήσουμε κι εμείς το φρόνημα και την πίστη, με τα οποία οι άγιοι Μάρτυρες πορεύονταν προς το θάνατο. Αλλά δεν θα πρέπει να λέγω ότι πορεύονταν, αλλ’ ότι και τώρα και πάντα πορεύονται, αφού είναι αλήθεια πως η Εκκλησία είναι Εκκλησία μαρτύρων. Δεν υπήρξαν δηλαδή άγιοι, που μια φορά στον αρχαίο καιρό έδωσαν «διά θανάτου» την καλή ομολογία, μα κάθε μέρα μέχρι της συντέλειας των αιώνων το δένδρο της πίστεως θα ποτίζεται με το αίμα των άγιων, που πελεκίζονται «διά την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού».

Το ένα λοιπόν σημείο που ξεχωρίζουμε στην άθληση και το μαρτύριο της αγίας Κυριακής είναι το άκαμπτο θάρρος μιας νεαρής γυναίκας μπροστά στον ειδωλολάτρη ηγεμόνα, που την ανέκρινε και την απειλούσε. «Είμαι χριστιανή», έλεγε με σεμνή καύχηση η αγία, κι ήταν αυτή η φωνή και η ομολογία, που καθώς ακουόταν αρωμάτιζε τον αέρα, αλλά και τον αρωματίζει πάντα μέσα στις τόσες ρυπαρές φωνές και τις βλασφημίες, που κάθε μέρα τον μολύνουν. Ο Μέγας Βασίλειος στον περίφημο εκείνο λόγο του στους άγιους Σαράντα Μάρτυρες, επάνω σ’ αυτή την ομολογία «είμαι χριστιανός», αναφωνεί• «Ω μακάριαι γλώσσαι, όσαι την ιεράν εκείνην αφήκαν φωνήν, ην αήρ μεν δεξάμενος ηγιάσθη, άγγελοι δε ακούσαντες επεκρότησαν, διάβολος δε μετά δαιμόνων ετραυματίσθη, Κύριος δε εν ουρανοίς απεγράψατο». Δεν είναι τίτλος πιο τιμητικός, δεν είναι ομολογία πιο ένδοξη από το «είμαι χριστιανός».

Το δεύτερο σημείο, που ξεχωρίζουμε στην άθληση και το μαρτύριο της αγίας Κυριακής, είναι η δήλωση και η ομολογία της μπροστά στον αγριεμένο ηγεμόνα. «Μην προσπαθείς να με δελεάσεις, του είπε, μη με απειλείς’ δεν θα με κερδίσεις ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με το φόβο. Είμαι μια νέα γυναίκα, μα είναι ο Θεός μαζί μου κι αισθάνομαι τον εαυτό μου αήττητο». Εδώ φαίνεται η πίστη και το φρόνημα των αγίων Μαρτύρων. Δεν πιστεύουν στον εαυτό τους, δεν πηγαίνουν προς το θάνατο με τη δική τους δύναμη. Ποιός άνθρωπος δεν φοβήθηκε το θάνατο; Ποιά γυναίκα δεν τρόμαξε μπροστά στο μαχαίρι του δημίου; Μα οι άγιοι του Θεού δεν είναι εκείνοι που μάθαμε να τους χαρακτηρίζουμε και να τους λέμε ήρωες; Το πώς πεθαίνουν οι ήρωες και με ποιά αισθήματα μέσα τους δεν το ξέρουμε· όμως ξέρουμε πως οι άγιοι δίνουν τη μαρτυρία Ιησού Χριστού.

Οι άγιοι δεν είναι ήρωες, είναι μάρτυρες. Η εποχή μας είναι μαρτυρική. Κάθε πιστός κάθε ημέρα είναι υποχρεωμένος να δίνει «την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού». Και διαφέρει αυτό πολύ από μια κατά παράδοση πίστη και προσωνυμία, που τη βρήκαμε από τους γονείς μας. Το «χριστιανός» δεν είναι ένα όνομα κ’ ένας τίτλος κληρονομικός, χωρίς βάρος και χωρίς ευθύνη. «Είναι τρόπος σκέψεως και κανών ζωής· είναι «αίρεσις βίου»». Ο Απόστολος γράφει πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι «διδόναι λόγον περί της εν ημίν ελπίδος». Αυτό το «διδόναι λόγον» δεν είναι μαρτυρία ανώδυνη. Σε ορισμένες περιστάσεις καταντά διωγμός «ένεκεν δικαιοσύνης», μαρτύριο και θάνατος «ένεκεν εμού και του ευαγγελίου», καθώς το είπε ο Χριστός. Ο πιστός ζει με την έννοια του μαρτυρίου ριζωμένη μέσα του και δέεται μαζί με την Εκκλησία για τα τέλη της ζωής του, να είναι «ανώδυνα» και «ανεπαίσχυντα». Κι αυτό περισσότερο στον καιρό μας, όπου η Εκκλησία διέρχεται περίοδο οργανωμένου διωγμού. Σήμερα, πολύ περισσότερο ίσως από χθες, «ο πιστός είναι αθλητής της πίστεως, πίστεως που πρέπει να είναι κάθε στιγμή έτοιμος να την ομολογήσει, να την βεβαιώσει, που μπορεί κάθε στιγμή να του δώσει την ευκαιρία να σταυρωθεί γι’ αυτήν, να γίνει άξιος μιμητής του Χριστού». Τα τελευταία τούτα διαβάζομε σ’ ένα από τα καλύτερα βιβλία του καιρού μας, που δεν γράφηκε με προσπάθεια να ωραιοποιήσει τον Χριστιανισμό ούτε να κάνει λογοτεχνία σε βάρος της πίστεως, αλλά να εμβαθύνει με κριτική δύναμη στο πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας και να αντικρύσει με ρωμαλεότητα σκέψεως την ουσία και το βάθος του κηρύγματος του Ευαγγελίου. Γιατί συμβαίνει βέβαια και συνηθίζεται στις ημέρες μας τούτο. Πάμε ν’ αντισταθούμε στον ανατρεπτικό άνεμο και στο διωγμό της Εκκλησίας με φθηνά μέσα και με όπλα παιδαριώδη· με τις ανθρώπινες ικανότητές μας και χωρίς την πανοπλία της Θείας Χάριτος. Το σοβαρό και το αποτελεσματικό είναι να ριζώσουμε μέσα μας την έννοια του διωγμού και του μαρτυρίου. Τότε θ’ αντικρύσουμε την πραγματικότητα όχι ωραιοποιημένη, μα σε όλη την αγριότητα και την τραγικότητά της·τότε θα καταλάβουμε την αδυναμία μας και θα νοιώσουμε την ανάγκη της Θείας Χάριτος. Δεν είναι η ανθρώπινη αντοχή που βγάζει νικητή τον Μάρτυρα -κάθε πιστό, που φθάνει να επισφραγίσει με το θάνατό του «την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού». Ειδεμή θα έφθανε το μαρτύριο νάναι κάτι σαν μαγική πράξη, όπως έτσι πολλές φορές το είδαν οι διώκτες. Όμως η αγία Κυριακή κι όλοι οι Άγιοι δεν κάμφθηκαν, γιατί κάθε φορά «Θεού χάρις ην η συμπαρούσα και αλείφουσα τον αθλητήν». Είναι η ορθή κι ακλόνητη βάση, επάνω στην οποία πρέπει να σταθούμε, για να εξηγήσουμε το χριστιανικό μαρτύριο. Η βάση της πίστεως και της Θείας Χάριτος.

(+Επισκ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου, «Ο Λόγος του Θεού», τομ. Α΄, σ. 146-152-αποσπάσματα)

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

 

Είναι ο ποντικός…..Πόντιος;


Η Αρχαία Αθήνα συνήθιζε να εφοδιάζεται με σιτηρά από την περιοχή του Ευξείνου πόντου σε μεγάλες κυρίως ποσότητες, για να καλύψει τις διατροφικές της ανάγκες σε ψωμί. Το ψωμί, ήταν από τότε μια αγαπημένη βασική τροφή των Αθηναίων. Στα μέρη αυτά που τότε κατοικούσαν Σκύθες, το χώμα ήταν τόσο εύφορο, ώστε η παραγωγική του απόδοση σε σιτηρά ήταν απίστευτη. Ο Ηρόδοτος και ο Στράβων, δίνουν βασικές πληροφορίες για τα παραπάνω.

Οι Έλληνες που κατοικούσαν γενικότερα σε όλες τις περιοχές του Ευξείνου πόντου, ιδίως μετά τον Μ. Αλέξανδρο όταν οι Μιθριδάτιδες δημιούργησαν στα μέρη αυτά την ηγεμονία τους, ονομάζονταν Πόντιοι. Μαζί με τα καράβια που έφταναν στην Ελλάδα κουβαλώντας σιτηρά, έφτανε και κάποιο μεγάλο καραβίσιο είδος ποντικού. Ειδικά αυτό το είδος ποντικού που έρχονταν από τον Πόντο(θάλασσα) για να το διακρίνουν από τα εντόπια, το ονόμασαν, μυς ο ποντικός ή σκέτο ποντικός. Από εκεί και τους φουσκωμένους μυώνες των χεριών τους ονομάζουμε ποντίκια.  


Πηγή: Το είδωλο της γης μου 

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021


 Η ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ


Από τη Συλλογή  ΓΕΝΕΘΛΙΑ  ΓΗ

O Νίκος Κρανιδιώτης ήταν ένας ξεχωριστός Έλληνας απ' αυτούς που πλέον είναι δυσεύρετοι.Δεν δεσμεύτηκε ιδεολογικά όπως κάνουν σήμερα κάποιοι απόφοιτοι του Χάρβαρντ, εξ αιτίας των σπουδών τους σε ένα πανεπιστήμιο της ελίτ. Μπήκε στην Κυπριακή αντίσταση εναντίον των Άγγλων, διετέλεσε πρέσβης της Κύπρου σε διαφορές χώρες, έγραψε βιβλία για το Κυπριακό πρόβλημα και σαν άνθρωπος των γραμμάτων  ασχολήθηκε με την ποίηση, έτσι που στην Κύπρο ήταν γνωστός ως ο "ποιητής της Κερύνειας". 

Πηγή: Το είδωλο της γης μου 

 
 



 

Δημοφιλείς αναρτήσεις