Σελίδες

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019



                  Τα αγάλματα του δωδεκάθεου του κτιρίου Βουρλούμη  
Στο βόρειο τμήμα της Πλατείας Ψηλών Αλωνίων της Πάτρας, στη συμβολή της πλατείας με την Αθανασίου Διάκου, είναι γνωστό ότι υπήρχε μέχρι το 1968 το κτίριο (διώροφο με υπερυψωμένο υπόγειο) του σταφιδέμπορου Π. Βουρλούμη (πρώην ιδιοκτησίας William Morphy) όπου τη στέγη του κοσμούσε το δωδεκάθεο. Ήτοι τα δώδεκα αγάλματα των Ολυμπίων. Το κτίριο αγοράσθηκε από την Παναχαϊκή ΓΕ το 1959 ενώ είχε χρησιμοποιηθεί και για έδρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πατρών. Όταν το κτίριο κατεδαφίσθηκε, θύμα της καταστροφικής μανίας της νεοκλασικής ομορφιάς της πόλης που έρχονταν από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960, τα αγάλματα πουλήθηκαν σ’ έναν περιοδεύοντα έμπορο, κάτοχο μιας μάντρας με υλικά κατεδάφισης σε παράπλευρο παράλληλο δρόμο της Λεωφόρου Κηφισίας δίπλα από το Ίδρυμα «Γ. & Αικ. Χατζηκώνστα». Εκεί λοιπόν μεταφέρθηκε ένας αριθμός τουλάχιστον από τα αγάλματα του δωδεκάθεου και αφού στόλισαν για μερικές δεκαετίες τη διπλανή κατοικία του εμπόρου, τα τελευταία χρόνια κατέβηκαν κι αυτά όσα απέμειναν, προς πώληση στη μάντρα, όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες της Google που παρατίθενται, όπου ποζάρουν δύο τουλάχιστον απ’ εκείνα τα αγάλματα  (Ο Ερμής και η Δήμητρα). Ανάμεσα στα υλικά ευρίσκονταν παλιότερα και αντικείμενα που προέρχονταν από την κατεδάφιση της Εθνικής Τράπεζας στην πλατεία Τριών Συμμάχων.
 


     
      Πηγή: Leovard To είδωλο της γης μου


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019


               
                       Βαλαωρίτης-Σικελιανός: Παράλληλοι και επάλληλοι δρόμοι (B΄)

Πορτραίτο Σικελιανού στην Πινακοθήκη Λευκάδας
 Ενώ ο Βαλαωρίτης ως Εθνικός Ποιητής ζει με το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας, πολεμώντας γι αυτό με την ποίηση και την πολιτική, ο Σικελιανός ζει στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, την μετατροπή του οράματος αυτού σε πραγματικότητα, που δεν αργεί όμως να βυθιστεί στα ερείπια της Μικρασίας. Τότε σηκώνει το δικό του πανανθρώπινο λάβαρο για μια παγκόσμια συναδέλφωση των λαών με επίκεντρο τον χώρο των Δελφών και παίρνει διαστάσεις  Οικουμενικού Ποιητή.     
 "Ήταν Θεός; Ήταν άνθρωπος;  Πού να το ξέρεις...Δεν έκανε κανένα θάμα.  Για άνθρωπος, ωστόσο, του  'πεφτε κάπως λίγο. Δεν έκανε καμιάν ασχήμια. Ήταν  Π ο ι η τ ή ς. Αυτό τα λέει όλα". Μ’ αυτό τον τρόπο αρχίζει ο Μενέλαος Λουντέμης το βιβλίο του "Ο Εξάγγελος", για τον Άγγελο Σικελιανό. Πλουτισμένος με σωματικά χαρίσματα και απαράμιλλη ομορφιά προσώπου, δεν είχε ιδιαίτερες δυσκολίες να αποδείξει την γοητεία του. Ήταν ένας γόης. Γεννήθηκε με προσωπίδα. Σημάδι εύνοιας της τύχης. Το αρχοντικό του παρουσιαστικό σε συνδυασμό με την προσωπική του πνευματική γοητεία, ήταν στοιχεία που ανέβαζαν την υπόληψη του στον ευρύτερο χώρο που κινείτο. Ο Σικελιανός ήταν γυναικοκατακτητής. Πομπώδης, και γεμάτος από ποιητική έπαρση στα χρόνια της αναγνώρισής του. Αυτή η αναγνώριση, τον καθιστούσε και κάπως απρόσιτο στο πλατύ κοινό. Ο κύκλος του στενός, και επιλεγμένος. Ανθρώπινες αδυναμίες μεγάλων ανδρών. Οι ποιητές άλλωστε είναι ακόμη στην εποχή τους πρόσωπα μυθικά και απροσπέλαστα, δακτυλοδεικτούμενα με θαυμασμό από τους λοιπούς θνητούς. Η ποίηση ήταν γι αυτόν κυρίως αποστολή πνευματική, αλλά και απολαβή της φήμης του ταλέντου του. Αυτή την υπερμεγέθη αντίληψη της ποιητικής του μεγαλοσύνης -που ήταν αναμφισβήτητα μεγάλη- την υποδαύλιζε η παρουσία δίπλα του μιας ξεχωριστής γυναίκας, όπως ήταν η Εύα Πάλμερ-Σικελιανού. Όταν συναντήθηκε η ευμάρεια και η σοφία της Εύας με την ξανθιά Απολλώνια ομορφιά και το ποιητικό ταλέντο του Άγγελου, ξετυλίχθηκε ένα απρόσμενο παραμύθι ζωής που ξεκίνησε με τον λυρισμό του Αλαφροΐσκιωτου. Η μεγάλη εύνοια της τύχης να παντρευτεί μια πλούσια Αμερικάνα, που λάτρευε την Αρχαία Ελλάδα και ξόδεψε την περιουσία της στις γιορτές του 1927 και 1930 στους Δελφούς, ήταν ένα θεϊκό δώρο για τον Σικελιανό. Η σχέση του με την Εύα, ήταν περισσότερο πνευματική παρά ερωτική. Η Εύα ήταν το άρμα των οραμάτων του. Ένα άρμα με τέσσερα υποτακτικά σ’ αυτόν άλογα, όπου το ένα αντιπροσώπευε τον θαυμασμό της στο πρόσωπό του, το δεύτερο την αφοσίωση της σ’ αυτόν, το άλλο την αγάπη της για το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες και το τέταρτο την οικονομική της άνεση. Ο Σικελιανός δεν έκαμε τίποτα άλλο παρά να κρατήσει σαν τον ηνίοχο τα χαλινάρια του άρματος και να το οδηγήσει στο δρόμο των οραματισμών του. Προς στα μέσα του 1907, πριν τον γάμο τους στην Αμερική, ο Άγγελος  και η Εύα, σε μια εβδομαδιαία περιήγησή τους στην Λευκάδα φθάνουν ως τη νότια εσχατιά του νησιού, το βράχο του Λευκάτα, λίγο πριν φύγει ο Σικελιανός για τη Λιβυκή έρημο όπου θα γράψει τον Αλαφροΐσκιωτο. Είναι γνωστό πως μετά τον γάμο τους, στην Αμερική έζησαν για αρκετό διάστημα στο μικρό νησάκι του Άη Νικόλα στα βόρεια της Λευκάδας, όπου εδώ γεννήθηκε και το μοναδικό παιδί τους ο Γλαύκος. Σε φύλλο της εφημερίδας «Λευκάς» του 1951 και στη προμετωπίδα της, διαβάζουμε ένα γεγονός αυτών των χρόνων της εγκατάστασης τους, που υποδηλώνει την αφοσίωσή της στον Άγγελο και αξίζει ν’ αναφερθεί. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ εκείνων των χρόνων, θυμάται ξαφνικά ο Σικελιανός πως έχει κάτι ξεχάσει στο σπίτι τους στη Χώρα και διαπιστώνει πως το έχει ανάγκη. Θαυμάστε με τι αυταπάρνηση και παθολογική αγάπη αντιδρά η Εύα.Πέφτει μονομιάς στο νερό, αλλού περπατώντας και αλλού κολυμπώντας, και βγαίνει στην απέναντι στεριά, όπου με τα πόδια, βρεγμένη ως το κόκαλο, φθάνει στο στενό πέρασμα του νησιού, πέφτει πάλι στη θάλασσα και  πηγαίνει στο σπίτι τους να πάρει το πολύτιμο αντικείμενο για τον Άγγελο. Με τον ίδιο τρόπο επιστρέφει πάλι πίσω, μόνο που αυτή τη φορά την περιμένει μια βάρκα να την περάσει από την Ακαρνανία στο νησάκι. Πρέπει να πούμε, χωρίς να αδικούμε τη μεγαλοσύνη του ποιητή, πως η παθολογική πνευματική αγάπη που έτρεφε για αυτόν η Εύα, τροφοδοτούσε περισσότερο την αυξημένη αυτοπεποίθηση που είχε για τον εαυτό του. Η Εύα είναι αυτή που βοήθησε να διασφαλιστεί με την περιουσία της και την αγάπη της, η εκ των υστέρων κοσμοπολίτικη φήμη του ποιητή και συντέλεσε με τον τρόπο της για μια θέση στο θρόνο των οικουμενικών ποιητών.(Συνέχεια)
  



Πηγή:Leovard Το είδωλο της γης μου

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019



       Βαλαωρίτης-Σικελιανός: Παράλληλοι και επάλληλοι δρόμοι (Α΄) 
                 
                                                                      
Δυο είναι τα μεγάλα σύμβολα του λευκαδίτικου πνευματικού πολιτισμού. Ο Βαλαωρίτης (1824-1879) και o Σικελιανός (1874-1951).Ποιητές και οι δύο, κρίκοι μιας ακατάλυτης αλυσίδας που ξεκινά απ’ το 1821 με τον Σολωμό και πιο πίσω με τον Ρήγα και το δημοτικό τραγούδι, περνά στον Παλαμά και καταλήγει στον Σεφέρη, τον Ελύτη και τον Ρίτσο.
   Η πνευματική αλλά και προσωπική σχέση του πρώτου με τον Σολωμό, και ο κοινός χαρακτηρισμός του ως Εθνικού ποιητή, τοποθετεί τον Βαλαωρίτη στο βάθρο των αθανάτων. Όταν φεύγει ο Σολωμός, ο Βαλαωρίτης είναι αυτός που παίρνει τη σκυτάλη της πατριωτικής ποίησης. Ως απάντηση στο ποίημά του Η Δάφνη και το Αηδόνι, που γράφηκε για τον θάνατο του Σολωμού στα 1857, ο Σπυρίδων Τρικούπης από το Λονδίνο το 1859 τον παροτρύνει να συνεχίσει το ποιητικό έργο του Σολωμού, με το παρακάτω τετράστιχο:

Τ’ αηδόνι δεν απέθανε,
τ’ αηδόνι πάντα ζει·
άλλαξε τα φτερά του,
δεν άλλαξε φωνή.

Απ’ τον Σκοπόν απέρασε
σε βράχο ξακουστό,
όπου του κύκνου το άσμα
τραγούδησε η Σαπφώ.

Κυπαρισσάκια εβλάστησαν
στου βράχου την ποδιά,
κι’ έστησε στα κλαδιά τους
τ’ αηδόνι τη φωλιά.

Κι’ όποιος εστάθη κι άκουσε
τα μέλη του αηδονιού,
δεν ξέρει αν είναι ο ήχος
του Βράχου ή του Σκοπού.

    Παιδί του Σολωμού λοιπόν ο Βαλαωρίτης. Μεγαλύτερος γλωσσοπλάστης από τον Σολωμό, αφού ήταν καλύτερος γνώστης της δημοτικής γλώσσας. Ο όγκος του έργου του μεγαλύτερος και επιβλητικότερος του Εθνικού ποιητή. Πατριδολάτρης. Αγωνιστής και ποιητής μαζί. Χαρακτήρας δυναμικός που έφθανε ως τα άκρα. Χειμαρρώδης ποιητής που δεν ταλάνιζε τον στίχο για να τον τελειοποιήσει, μα τον έβαζε στο χαρτί αυθόρμητα όπως ξεπηδούσε από μέσα του. Ο βίος του Βαλαωρίτη είναι κατ’ εξοχή μεστός πατριωτισμού αλλά και επαναστατικών ενεργειών, και υποδηλώνει άνθρωπο, που με την ποίηση συμπληρώνει την πατριωτική δράση. Ένας ρομαντικός ποιητής και συνάμα ένας επαναστάτης πολιτικός με μια ρωμαλέα ανθρώπινη ηθική. Ποίηση στην υπηρεσία της πατρίδας, εναρμονισμένη απόλυτα με την εθνική και πολιτική του δράση. Και αυτό είναι που του έδωσε εν ζωή τον χαρακτηρισμό ως Εθνικού Ποιητή. Επιγραμματικό ποιητικό αποκορύφωμα της ακατάλυτης σχέσης του με τη Ελλάδα, ο κορυφαίος ίσως στίχος του: «Νοιώθω για σε πατρίδα μου στα σπλάχνα χαλασμό». Αργότερα θα πει γι αυτόν ο Σικελιανός: «Είναι πάντοτε ο πολέμαρχος που τραγουδάει κι είναι πάντα ο ποιητής που πολεμά».   
O Βαλαωρίτης σε νεαρή ηλικία
Ψηλός, με εκφραστικά μάτια, και με την ιδιοσυγκρασία ενός άρχοντα, που όταν χρειαστεί δεν κρατάει τα προσχήματα. Προστατεύει με τον καλύτερο τρόπο τον θρύλο του, ακόμη και με τα χέρια του αν χρειαστεί.  Κάνεις δεν μπορεί να τον προκαλέσει ή να σείσει το δάκτυλο εναντίον του, χωρίς να δεχθεί επίθεση. Πολλοί όσοι τον φθονούν και περισσότεροι όσοι τον σέβονται. Κοσμικός, πολύγλωσσος, με πολιτική και πατριωτική δράση και φλόγα επαναστάτη. Στη πολιτική ζωή της Επτανήσου βρήκε κατ’ αρχήν την ευκαιρία να αγωνιστεί για την ενσωμάτωση της νήσου με τη μητέρα Ελλάδα. Επέλεξε να πολιτευτεί με το ριζοσπαστικό κόμμα, αντί του κυβερνητικού στο οποίο πολιτεύονταν ο πατέρας του. Φλογερός πατριώτης και μεγάλος ρήτορας, με μοναδικές στιγμές ρητορικής παρουσίας στην Ιόνιο Βουλή και το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Με τον Βαλαωρίτη αγορητή, το Κοινοβούλιο γνώρισε εξαιρετικές στιγμές πατριωτικής έξαρσης. Ιστορική θα μείνει η αγόρευσή του στην ορκωμοσία των επτανήσιων βουλευτών, που τάραξε τα στάσιμα λασπόνερα της πολιτικής ζωής του τόπου και αναγάλλιασε τις καρδιές όσων βρέθηκαν στη Παλαιά Βουλή εκείνη τη μέρα. Περιζήτητος στους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας και προσωπικός έμπιστος φίλος του βασιλιά Γεωργίου Α΄, τον οποίον φιλοξένησε στη Μαδουρή στα 1864 στις γιορτές για την Ένωση των νησιών. Η στροφή του και στήριξη στο στέμμα, ήταν απόρροια της βαθιάς παρακμής των πολιτικών και κομματικών ηθών της εποχής του. Ποτέ όμως δεν έγινε τυφλός υπηρέτης της Βασιλείας. Έλεγε, ανάμεσα σε άλλα, για τον θεσμό: “…Θέλω την Βασιλείαν ανωτέρα των παθών μας, ανωτέρα των φυλαρχικών ορέξεών μας. Θέλω να την θεωρώ ως ζωντανήν τινα δύναμιν ενεργούσαν εκ της ανωτέρας σφαίρας της υπάρξεώς της και διαχεομένην εις τας φλέβας του έθνους μου…”. Σαν μεγαλοκτηματίας στο νησί του, δεν απέφυγε τις κατηγορίες για βερμπαλισμό, στόμφο, πατριδοκαπηλία, αλλά και μεγαλοϊδεατισμό, από τους πολιτικούς και πνευματικούς του αντιπάλους. Aκόμη κι αν υποθέσουμε, πως χρησιμοποιούσε κι αυτός ως πολιτικός τις ανορθόδοξες μεθόδους που μεταχειρίζεται αυτή η τέχνη όταν αναγκάζεται να υποκύπτει στις απαιτήσεις των ψηφοφόρων, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αδικήσουμε τον Βαλαωρίτη. Όσοι στην εποχή τους είδαν το ποιητικό έργο του με μικροψυχία και επιπολαιότητα, μπερδεύοντας ίσως τον πολιτικό με τον ποιητή, διαψευστήκαν απ’ την προσήνεια της ρωμαλέας πατριωτικής του ποίησης. Κομμάτια από τον Διάκο και τον Φωτεινό είναι αμετάκλητα αποτυπωμένα στο συλλογικό υποσυνείδητο.(Συνεχίζεται)





Πηγή:Leovard To  είδωλο της γης μου

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019



                    Λόρδος Μπάιρον (Από τα χειρόγραφα του Μεσολογγίου)

Μια εικόνα των Ελλήνων του Μεσολογγίου με τα μάτια του Βύρωνα, μέσα από ένα γράμμα, μαζί με ένα μικρό αυτο-ψυχογράφημά του, που αποτυπώνει με ρεαλιστικό ως βίαιο τρόπο τα συναισθήματά του στις αρχές του 1824.
                                                                 
                                                                                   31 Ιανουαρίου  1824


Ξανά βροχή, όλη μέρα. Τίποτε άλλο παρά βροχή, βρομιά, κουνούπια. Παλεύω με μιαν όλο και αυξανόμενη απόγνωση. Πρώτα απ’ όλα, οι Έλληνες: μια πλεμπάγια απατεώνες και λωποδύτες. Ήρθα στην Ελλάδα να πολεμήσω για την ελευθερία της, όμως οι Έλληνες είναι ακόμα ικανοί για ελευθερία;

Kαι το κλίμα. Τα πάντα μουχλιασμένα. Ψείρες και ψύλλοι και ένας αέναος πονοκέφαλος.

Και οι Σουλιώτες μου: ένας συρφετός παλιάνθρωποι, άπληστοι και μέθυσοι.

Κι ακόμα και οι φίλοι μου: ο Πιέτρο αγόρασε (με δικά μου έξοδα) μερικά τόπια ύφασμα. Ας έχει την καλοσύνη να μου το πει. Ο συνταγματάρχης Στάνχοουπ βουλιάζει όλο και περισσότερο στη λιβελογραφική μανία του. Κι αυτός ο εκκεντρικός γέρος ο Μαυροκορδάτος, που δεν έχει ούτε την ευαισθησία ούτε την αίσθηση του διοικείν, αποδεικνύεται ένα είδος βυζαντινού lunaire*.
Ήρθα στην Ελλάδα σπρωγμένος από μια μεγάλη επιθυμία να ανανεωθώ και να αποξεχαστώ. Είχα βάλει σκοπό μου να επιτελέσω μια πράξη ανδρείας που θα ακύρωνε όλο το παρελθόν. Ήθελα να ρίξω το κορμί μου στη μάχη και στο μακελειό- όμως γελιόμουν και εδώ. Αυτό που με ωθούσε κατά βάθος, δεν ήταν ο ηρωισμός, δεν ήταν μια παρόρμηση αφοσίωσης, ούτε ένας ανιδιοτελής ιδεαλισμός. Ήταν η ανάγκη να απεκδυθώ σαν φίδι που αλλάζει δέρμα, το κτηνώδες και εγωιστικό παρελθόν μου.
*φεγγαροπαρμένος
                                                                                                   Μπάιρον 

Πηγή: ΜΠΑΪΡΟΝ (ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ) ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΠΡΟΚΟΣ

                                                             

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019




ΛΕΥΚΑΔΑ

Πεισματικά τα βροχόνερα δέρνανε
τον τόπο μας κάθε χειμώνα.
Κι όπως του Ιονίου πέλαγου τα κύματα
χτυπιούντανε σ’ άγριον αγώνα
στο Λευκαδίτικο λιμάνι τρύπωναν
πλεούμενα κυνηγημένα
απ’ τον κουρσάρο το βοργιά, ανεμίζοντας
πανιά στα ξάρτια ξεσκισμένα.
Μαστιγωμένοι απ’ τη βροχή διαβαίνανε
κάτω απ’ το σπίτι μας ψαράδες,
σαν ξωτικά βαρειά κι αμίλητα
στις μαύρες τους τις νιτσεράδες.
Και γύρω μας της γειτονιάς παιδόπουλα
στα σπίτια τρυπωμένα τώρα,
χαζεύαμε απ’ τα κλειστά παράθυρα
με δέος και με χαρά την άγρια μπόρα.

Χουχούλιζα το τζάμι κι όλο έγραφε
το δάχτυλό μου ζωγραφιές λουσάτες.
Δράκους,ντελφίνια,πέλαα,φτεροκάραβα,
γοργόνες,σύγνεφα αστραπές σπαθάτες.

Μα η κυρά η Χρυσαυγή μας,φώναζε
τα τζάμια πως λερώνει η παλαβιά μου.
Έρχονταν σαν τη θύελλα και σκούπιζε
με την ποδιά της τη φαρδιά, τα σχέδιά μου..





Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019




Ο Οίκος των Βαλλιάνων
(Παναγής Βαλλιάνος:  o « πατριάρχης της ελληνικής ναυτιλίας»)

O Οίκος  των Αδελφών  Βαλλιάνου συνεχίζοντας τη μεγάλη ναυτιλιακή παράδοση της Κεφαλονιάς του 18ου αιώνα, καθόρισε την πορεία του εμποροναυτιλιακού δικτύου των Ελλήνων της διασποράς, από την Αζοφική Θάλασσα μέχρι τη Χάγη και το Άμστερνταμ, το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα. Πατέρας των ιδρυτών του Οίκου, ο Αθανάσιος Βαλλιάνος από τις Κεραμειές της Κεφαλονιάς, καπετάνιος σε ένα μπρίκι το 1806, απέκτησε οκτώ παιδιά. Απ’ αυτά ο Μαρίνος (Μαρής), Παναγής(1814-1902) και Ανδρέας, με υποδειγματική μεταξύ των συνεργασία , αποτέλεσαν την τριάδα που δημιούργησε τον μεγάλο Οίκο των Βαλλιάνων, ξεκινώντας με το εξαγωγικό σιτεμπόριο από το Ταϊγάνιο (Taganrog ) της Αζοφικής, μικρό λιμάνι δίπλα από τη Μαριούπολη, που άρχισε να αναπτύσσεται σε πόλο έλξης Ελλήνων από τις αρχές του 19ου αιώνα  και στα μέσα του αιώνα αποτελούσαν το 10% του πληθυσμού της πόλης, με επιφανέστερες τις οικογένειες Βαρβάκη, Αφων Ράλλη, Ροδοκανάκη, Σκαραμαγκά, Τυπάλδου, κ.α.  Ο Μαρής Βαλλιάνος ήρθε στο Ταϊγάνιο πριν το 1830. Οξυδερκής, αφού εργάστηκε στα σλέπια και τις μαούνες του λιμανιού, μπάρκαρε στη συνέχεια ως καπετάνιος αρχικά  σε  ιστιοφόρο  του  Κεφαλλονίτη σιτέμπορου Αυγερινού, έπειτα κατασκεύασε το δικό του με σημαία ρώσικη, ιδρύει ακολούθως την δική του επιχείρηση  και προοδευτικά ελέγχει εδώ ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος του εξαγωγικού σιτεμπορίου. Αργότερα θα φτάσει εδώ  ο Ανδρέας. Το1849-1850 τα τρία αδέλφια αρχίζουν να διαγράφουν την  πορεία  που τους οδήγησε σε μια τεράστια εμπορική επιτυχία. Λίγο αργότερα, με την ανάπτυξη της επιχείρησης,  ο Παναγής αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του Οίκου στο Λονδίνο από το 1858, ενώ ο Ανδρέας ανέλαβε το υποκατάστημα του Οίκου αρχικά στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα στην Μασσαλία. Το Θαλάσσιο εμπόριο αφορούσε κυρίως χύδην φορτία σε σιτηρά, κριθάρι, σίκαλη, λιναρόσπορο, κ.ά, από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας  και μεταφορές γενικού φορτίου με σταφίδα, φρούτα, κρασί από Κεφαλονιά και Πάτρα, σύκα και βελανίδια από Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη, κυρίως προς Αγγλία, με  υποκαταστήματα σε είκοσι οκτώ λιμάνια από τη Μαύρη Θάλασσα ως την Β. Ευρώπη.  Παράλληλα  ο Εμπορικός στόλος του Οίκου ως το 1880 φτάνει σταδιακά τα 39 φορτηγά ιστιοφόρα, τα οποία  κατά  μεγάλο μέρος ναυπηγούνται στα ελληνικά νησιά (Σύρο, Κάσο και Γαλαξίδι) έφεραν την ελληνική σημαία, είχαν ελληνικά πληρώματα  και πάνω από 50% ήταν νηολογημένα  σε ελληνικά λιμάνια. Ο Παναγής, εγκαταστημένος πάντα στο Λονδίνο, διορατικό μυαλό, είναι από τους πρώτους που υιοθετεί την τεχνολογία του ατμού, και από το 1895  είναι ο μεγαλύτερος  εφοπλιστής του ελληνόκτητου στόλου ατμόπλοιων της εποχής. Παράλληλα δημιουργεί το πρώτο ναυτιλιακό γραφείο ατμοπλοίων στο Λονδίνο, ενώ αντίστοιχα γραφεία λειτουργούν για τα ιστιοφόρα του Οίκου στο Ταϊγάνιο και τη Μασσαλία, από τα άλλα δυο αδέρφια του. Από το 1860 ως το 1880 οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες του Παναγή Βαλλιάνου τον εδραιώνουν στο City ως έναν από μεγαλύτερους εμπορικούς και χρηματοπιστωτικούς παράγοντες, ενώ το Γραφείο των Βαλλιάνων στο Λονδίνο, χρηματοδοτούσε παράλληλα σημαντικούς Έλληνες εφοπλιστές που αναδείχθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Η δεκαετία 1870 και 1880 ο Οίκος έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του. Η συμβολή του Οίκου σε επενδύσεις στον ελληνικό χώρο, αλλά και σε δωρεές και κληροδοτήματα και ιδρύματα, ιδίως στην  Κεφαλονιά, κατέταξε τους Βαλλιάνους στους μεγάλους ευεργέτες  του ελληνικού κράτους. Το 1888 ο Παναγής και ο Μαρής  στέλνουν το ποσό των 2.800.000 δρχ. για την ανέγερση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, (που μετακομίζει αυτές τις μέρες στο νέο κτίριο της παραλιακής, δωρεά του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου). Ο Παναγής, σε μια αβαρία των πρώτων χρόνων της επιχείρησης, όπου ήταν αναγκαστική η διαχείμαση στη Ζάκυνθο, είχε παραμείνει εκεί ως αντιπρόσωπος του Οίκου και παντρεύτηκε την Ζακυνθινή Κάτα  Βεγδατοπούλου, που πέθανε όμως γρήγορα, όπως και ο γιος του Χριστόφορος (τον ανέστησε  αργότερα ο Ανδρέας Βαλλιάνος). Δεν ξαναπαντρεύτηκε, αλλά παρέμεινε έκτοτε αφοσιωμένος στις επιχειρήσεις του, αναμφισβήτητος ηγέτης της τριανδρίας του Οίκου των Βαλλιάνων, εργαζόμενος αόκνως όπως και οι δυο αδερφοί του, με διαύγεια πνεύματος και απλότητα ως την ημέρα του θανάτου του, τις 25 Ιανουαρίου 1902 στο Λονδίνο, σε ηλικία 88 ετών. Θα μπορούσε εν τέλει κάποιος να πει, ότι ο Παναγής Βαλλιάνος ήταν ο Ωνάσης του 19ου αιώνα.-

Το δίπατο κτήριο των Βαλλιάνων στις Κεραμιές σε σχέδια Τσίλλερ (1998)

Παναγής Βαλλιάνος (Πίνακας Σ.Βικάτου)

 Πηγή:Leovard Το είδωλο της γης μου

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις